Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Κανείς δεν πρέπει να αγγίζη ούτε το σώμα του χωρίς ανάγκη



Κανείς δεν πρέπει να αγγίζη ούτε το σώμα του χωρίς ανάγκη
Πρόσεχε να μην πλησιάζης τα χέρια ή τα πόδια σου κοντά στα σώματα άλλων και μάλιστα νέων, και περισσότερο πρόσεχε να μην τα απλώνης χωρίς ανάγκη, ούτε πάνω στα μέλη του σώματός σου, ούτε καν για να ξυσθής, καθώ; και αυτό το διδάσκουν και ο αββάς Ισαάκ και οι θείοι Πατέρες επακριβώς. Γιατί και από αυτά τα οποία φαίνονται ασήμαντα η αφή, ή για να πούμε την αλήθεια ο πονηρός, συνηθίζει να ερεθίζη προς την αμαρτία και να εγείρη στο νου αμέσως άπρεπες εικόνες επιθυμίας, για να μολύνη το κάλλος της σωφροσύνης των λογισμών. Γι' αυτό και ο Ιωάννης της Κλίμακος είπε: «Μπορεί να μολυνθή το σώμα με μια απλή επαφή, διότι δεν υπάρχει καμμία αίσθησι πιο επικίνδυνη από την αφή. Να θυμάσαι αυτόν που τύλιξε το χέρι με το κάλυμμα της κεφαλής και να ακινητοποιής το χέρι σου, ώστε να μην εγγίζει οποιοδήποτε μέλος του ιδικού σου είτε ξένου σώματος (Κλίμαξ λόγ. ΙΕ΄ §47,48)[29]. Γι' αυτό και όταν ασχολήσαι με τις φυσικές ανάγκες του σώματός σου, σεβάσου τον άγγελο που σε φυλάει, όπως και αυτό που λέει ο άγιος Ισαάκ (Λόγ. κς΄ σελ. 167). και αλλού ο ίδιος λέει «Παρθένος δεν είναι αυτός που φυλάει το σώμα του αμόλυντο από την συνουσία, αλλά αυτός που ντρέπεται τον εαυτό του όταν είναι κατ' ιδίαν» (λόγ. να΄)[30]


29: Εδώ ο Άγιος λέει για εκείνον τον όσιο, ο οποίος, όταν ήλθε στην ανάγκη για να πιάση την μητέρα του από το χέρι για την περάση από το ποτάμι, επειδή ήταν γριά, δεν τόλμησε να την πιάση με γυμνά τα χέρια του, αλλά τα τύλιξε στο φακιόλι ή σε κάποιο άλλο κουρέλι και έτσι αφού την έπιασε, την πέρασε απέναντι.

29:f Ακόμα και εκείνος ο εξωτερικός Πυθαγόρας, δίδασκε ότι ακόμα και αν δεν υπήρχε κάποιος άλλος θεατής της ανθρώπινης κακίας, ούτε στον ουρανό ούτε στη γη, ωστόσο ο άνθρωπος θα έπρεπε να σέβεται και να αιχύνεται τον εαυτό του. Γιατί πράττοντας το κακό, υβρίζει και ατιμάζει τον εαυτό του. Αλλά και οι Αθηναίοι για αυτό αφιέρωσαν ναό στην αιδώ, για να είναι η αιδώς αντί του Θεού στην ορθή συνείδησι. Και αν αυτοί οι εθνικοί δίδασκαν αυτά και ένοιωθαν τόση ντροπή προς τον εαυτό του όταν βρίσκονταν κατ' ιδίαν, πόσο περισσότερο πρέπει εμείς οι χριστιανοί να ντρεπώμαστε τον εαυτό μας όταν βρισκώμαστε, είτε κλεισμένοι μέσα στο σπίτι, είστε σε κάποια ερημική μοναξιά, είτε στο σκοτάδι της νύχτας; Γιατί την αιδώ και την συστολή και την ευλάβεια την οποία έχουμε όταν βρισκώμαστε μέσα σε κάποιο θείο ναό, την ίδια πρέπει να έχουμε και προς τον εαυτό μας, ο οποίος είναι ναός του Θεού και της χάριτος του Αγίου Πνέυματος, το οποίο έχετε από το Θεό (Α΄ Κορ. 6,19). Μάλλον το σώμα μας είναι πολύ τιμιώτερο και σεμνότερο από το ναό, όπως λέει ο Χρυσόστομος. Γιατί εμείς είμαστε έμψυχοι και λογικοί, ενώ ο ναός  άψυχος και άλογος, και διότι ο Θεός πέθανε υπέρ ημών και όχι υπέρ των ναών. (Ομιλ. ιδ΄ εις την προς Εφεσ. και ομιλ. κ΄ εις την προς Β΄ προς Κοριν.). Επομένως περισσότερη αισχύνη και συστολή πρέπει να έχουμε προς τον εαυτό μας και το σώμα μας, παρά προς τον ναό. Και γι' αυτό, όποιος πρόκειται να τολμήση να φθείρη τον άγιο ναό του σώματός του με κάποια αισχρή πράξι, είναι στ' αλήθεια περισσότερο παράνομος και από εκείνους που πρόκειται να κατεδαφίσουν τους πιο περίφημους ναούς.
Και αν οι εξωτερικοί σοφοί, θέλοντας να κάνουν τους ανθρώπους να απέχουν από τις αισχρές πράξεις όταν είναι κατ' ιδίαν, τους δίδασκαν να φαντάζωνται ότι έχουν παρόντα ως θεατή κάποιον σοβαρό και σεβάσμιο άνθρωπο, έτσι ο Σένεκας τον δικό του Λούκιλλο, να έχη πάντα μπροστά στα μάτια του τον Κηνσωρίνο ή τον Λαίλιο, τους οποίους εκείνος θεωρούσε προσωποίησι της ευθύτητας και της δικαιοσύνης, έτσι και ο ρήτορας Κηδιάδης έκανε τη βουλή των Αθηναίων να τηρήση δικαιοσύνη στην απόφασι που έαψαν για τη διαίρεσι της γης του Σαμίων, διδάσκοντάς τους να φαντασθούν ότι παρίστανται μπροστά τους οι επτά βασιλείς της Ελλάδος και βλέπουν και ακούνε την απόφασί τους. Αν, λέω, μόνο η φανταστική παρουσία θηντών ανθρώπων μπορή να εμποδίση τον άνθρωπο από τα κακά, όταν βρίσκεται κατ' ιδίαν, πόσο περισσότερο μπορεί να τον εμποδίση από κάθε κακία η αληθινή και άφευκτη παρουσία του πανταχού παρόντος και αθάνατου Θεού; ο οποίος, όχι μόνο βλέπει τις εξωτερικές πράξεις του ανθρώπου, αλλά και τους εσωτερικούς διαλογισμούς της καρδιάς του και τις καταγράφει για να τον τιμωρήση  στον καιρό της κρίσως;
Πολύ ανόητοι είναι λοιπόν εκείνοι, οι οποίοι βρίσκωντα κατ' ιδίαν σε σκοτεινά και απόκρυφα μέρη, ή δεν ντρέπονται τον εαυτό τους ή δεν θυμούνται την παρουσία του Θεού, αλλά λένε «Εγώ βρίσκομαι στο σκοτάδι και ποιος με βλέπει;». Γι' αυτό ο Θεός τους κατηγορεί αυτούς ως ανόητους, λέγοντας άλλοτε μέσω Ιερεμία: «Λέει ο Κύριος: Μπορεί να κρυφθή κανείς και να μην τον βλέπω; Δεν είμαι Εγώ Εκείνος που με την άπειρη σοφία του και την πανταχού παρουσία του γεμίζει τον ουρανό και την γη;» (Ιερ. 23,24), και άλλοτε μέσω του Σειράχ: «Ο άνθρωπος που παραβαίνει την πίστι την συζυγική λέει στον εαυτό του ποιος με βλέπει; Σκοτάδι είναι γύρω μου και οι τοίχοι με κρύβουν, και δεν μπορεί να με δή κανείς, γιατί να φοβηθώ;... Και δεν ξέρει ότι οι οφθαλμοί του Κυρίου είναι μύριες φορές πιο λαμπεροί από τον ήλιο και βλέπουν όλες τις πράξεις και παρακολουθούν όλους τους δρόμους των ανθρώπων και παρατηρούν ακόμα και τα πιο απόκρυφα μέρη;» (Σοφ. Σειρ. 23, 18-19).




ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΕΒΔΟΜΟ (σελ. 133-135)
ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΑΠΟΔΟΣΙ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΕΚΔΟΣΙΣ ΣΥΝΟΔΙΑ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ 

ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ - J.P.MIGNE - ΒΕΠΕΣ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ - J.P.MIGNE - ΒΕΠΕΣ
0 σχόλια

H Patrologia Graeca, Ελληνική Πατρολογία, συντομογραφία PG ή όπως είναι ο πλήρης τίτλος της Patrologiae Graecae Cursus Completus, είναι η δεύτερη συλλογή του κλασικού έργου του Ζακ Πολ Μιν (Jacques Paul Migne) Patrologiae cursus completus, η οποία περιλαμβάνει έργα χριστιανών πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων που έγραψαν στα Ελληνικά.

Η συλλογή εκδόθηκε σε δύο σειρές. Η πρώτη σειρά περιείχε μόνο τη μετάφραση των ελληνικών κειμένων στα Λατινικά σε 81 τόμους (1856-61), ενώ η δεύτερη σειρά, η οποία εκδόθηκε στη συνέχεια, το ελληνικό κείμενο με λατινική μετάφραση σε 166 τόμους (1857-66). Αυτή η δεύτερη σειρά είναι και η γνωστότερη. Περιλαμβάνει τα έργα που γράφτηκαν στα Ελληνικά, είτε προέρχονται από εκκλησιαστικούς συγγραφείς της Ανατολής είτε της Δύσης, από τον 1ο έως και τον 15ο αιώνα. 

Το κείμενο είναι τυπωμένο και αριθμημένο σε στήλες, μία από τις οποίες είναι γραμμένη στα Ελληνικά, ενώ στην άλλη υπάρχει η λατινική της μετάφραση. Η αρίθμηση των τόμων σταματά στο 161, όμως το σύνολό τους είναι 166, καθώς οι τόμοι 16 και 87 έχουν τρία μέρη και ο τόμος 86 δύο. Ένας ακόμη τόμος που ήταν υπό έκδοσιν, δεν εκδόθηκε ποτέ, αφού οι τυπογραφικές μήτρες του καταστράφηκαν από φωτιά στο τυπογραφείο (1868).

Το έργο ανατυπώθηκε πολλές φορές στην Ευρώπη, με πρώτες αυτές του εκδοτικού οίκου των Αδελφών Garnier στο Παρίσι (ήδη από το 1880), ενώ στην Ελλάδα ξεκίνησε ν' ανατυπώνεται τη δεκαετία του 1980, από τις "Εκδόσεις Ωφελίμου Βιβλίου".

Η συλλογή στηρίζεται σε ανατυπώσεις προγενέστερων εκδόσεων, οι οποίες συχνά περιέχουν λάθη, ενώ και η ποιότητα της εκτύπωσης είναι από μέτρια έως κακή. Παρ' όλα αυτά, είναι η μοναδική έκδοση η οποία εμπεριέχει τόσο μεγάλο αριθμό έργων, μερικά από τα οποία δεν είναι διαθέσιμα αλλού, και γι' αυτό αποτελεί σημείο αναφοράς, κυρίως για όσους μελετούν τη Μεσαιωνική Γραμματεία. 

Στην ελληνική έκδοση δεν υπάρχει, σε αντίθεση με την Patrologia Latina, παράρτημα με  συνολικό πίνακα ελληνικών περιεχομένων, έλλειψη που αναπλήρωσε ο πρώην μητροπολίτης Λαρίσσης Δωρόθεος Σχολάριος, ο Θεσσαλός, με τα έργα του Κλεὶς Πατρολογίας καὶ Βυζαντινῶν Συγγραφέων που περιλαμβάνει τα περιεχόμενα κατά τόμο, με αναλυτική αναγραφή όλων των βιβλίων και των περιεχομένων τους (α' έκδοση 1879, β' έκδοση 1980) και Ταμεῖον Πατρολογίας που περιέχει λήμματα, κατ' αλφαβητική σειρά, τα οποία αναπτύσσονται από τους Πατέρες και τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, με αντίστοιχες παραπομπές στα έργα τους (εκδόθηκαν μόνον οι τόμοι με τα γράμματα Α-Γ• ολόκληρο το έργο σε χειρόγραφα υπάρχει στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος).

 Σημείωση Συντακτικής Ομάδας: Ευρισκόμεθα είς τήν ευχάριστη θέση να πληροφορήσουμε τούς Αναγνώστες τής ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ότι έχουμε πρόσβαση και στην διάθεση μας όλην την ύλη τής συλλογής των συγγραμμάτων Πατέρων τής Ελληνικής Πατρολογίας" Patrologia Greacae Cursus Completus J.P.Migne" από τό:

ΠΑΝΕΠΗΣΤΗΜΙΟΝ ΑΙΓΑΙΟΥ - ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ  ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Μεταβάλαμε την ατολμία σε τόλμη με επίγνωση του δύσκολου έργου για να ανεβάσουμε όσον το δυνατόν περισσότερα έργα, (το σύνολο εί δυνατόν ) με  ομιλίες ,διδαχές των Αγίων Θεοφόρων  Θεόπνευστων Πατέρων με θερμή προσευχή , διότι μάς ενισχύει ο λόγος του αγίου Γρηγορίου του θεολόγου : «Πλην και  Θεώ φίλον το κατά δύναμιν» (Λόγος 43 Εις τον Μέγα Βασίλειον επιτάφιος 82 PG 36,640D) , αλλά και το κατά δύναμη είναι αγαπητό από τον Θεό, Ο Θεός εκτιμά ότι κάνει ο άνθρωπος κατά δύναμη.

Σημείωμα Συντακτικής Ομάδας:
Ό αριθμός που βρίσκεται μέσα σέ παρένθεση (#) δεικνύει το αριθμό των αναρτήσεων τής κάθε ετικέτας (label). Καταβάλουμε προσπάθεια για να συμπληρώσουμε τούς δεσμούς (links) των μεμονομένων αναρτήσεων που λείπουνε

 ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ
ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
(μακαριστός)

1. Ο ΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ

Μεγάλος αριθμός εκλεκτών μελών της Εκκλησίας χαρακτηρίζονται πατέρες ή άγιοι πατέρες ή όσιοι πατέρες. Αυτοί είναι όσοι διακρίθηκαν σε αγιότητα, οσιότητα, διαποίμανση των πιστών, αλλά και όσοι απλώς είναι κληρικοί, όσοι δηλαδή πάντοτε -και σήμερα- αναλαμβάνουν την ευθύνη της πνευματικής προκοπής των πιστών. Η Εκκλησία διέκρινε (ξεχώρισε) λίγους από τους πολλούς πατέρες και τουι ωνόμασε τιμητικά Πατέρες και Διδασκάλους. Με τον όρο αυτό ένωσε δύο εξαιρετικής σημασίας λειτουργήματα σ' ένα πρόσωπο, το οποίο έτσι έλαβε την πρώτη θέση στους κόλπους της. Τά λειτουργήματα αυτά είναι: α) του ποιμένα, που αναγεννά και κατευθύνει πνευματικά τους πιστούς, που συνδέει αυτούς με το Σωτήρα Χριστό διά του αγίου Πνεύματος, που κηρύττει το Ευαγγέλιο, που τελεί τα μυστήρια της Εκκλησίας και που καλείται για όλ' αύτά «πατήρ». β) του διδασκάλου, που έχει το ειδικό χάρισμα και άρα το ειδικό προνόμιο και την ειδική ευθύνη να διδάσκη και να ερμηνεύη στους πιστούς την αλήθεια του Θεού, καθώς και να αντιμετωπίζη αυτός κατ' εξοχήν τα μεγάλα προβλήματα και τις ισχυρές θεολογικές κρίσεις στην Εκκλησία.


2. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ  ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΦΟΡΜΕΣ ΤΟΥ

Οι εκκλησιαστικοί γενικά συγγραφείς θεολόγησαν, έγραψαν τα έργα τους, από τις εξής κυρίως αφορμές και ανάγκες:

α) Του κηρύγματος. Ασκώντας το έργο τούτο σε ποικίλες μορφές, θεολογούσαν κατ' ανάγκην, αφού εξηγούσαν το λόγο του Θεού, ερμήνευαν το πρόσωπο και το έργο του Χριστού, διαφώτιζαν το αγιαστικό και φωτιστικό έργο του αγίου Πνεύματος και πολλές φορές υπομνημάτιζαν τις Γραφές, ώστε να γνωρίζουν οι πιστοί την αλήθεια και να προκόπτουν πνευματικά.

3. ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝ ΜΕ ΦΩΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΑΓ. ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Το έργο των Πατέρων και Διδασκάλων συντελέσθηκε στις καίριες και πρωτότυπες στιγμές του με ιδιαίτερη χάρη κι ενέργεια του αγίου Πνεύματος. Γι' αυτό και η Εκκλησία στις καίριες αυτές στιγμές της πατερικής θεολογίας, που έγιναν Παράδοσή της, αποδίδει κύρος και σημασία ίση μ' εκείνη που δίδει στήν αγία Γραφή. Όπως οι Προφήτες και Απόστολοι, έτσι και οι «Ποιμένες (=Πατέρες) και Διδάσκαλοι» «ελάλησαν» διά Πνεύματος αγίου κατά τον Ιωάννη Δαμασκηνό (Εκδ. ορθοδ. πίστεως 90). Στα κείμενα των Πατέρων εκφράζεται πολύ συχνά -αν όχι σε κάθε βήμα- η εσωτερική βεβαιότης ότι είσοδος εις την αλήθεια, αναγωγή σ' αυτή, γίνεται μόνο με τη βοήθεια ή το φωτισμό του αγ. Πνεύματος. Σ' αυτό οφείλονται «αποκαλύψεων δωρεαί». Αυτό, προκειμένου περί θείας αληθείας, κινεί τα νοήματά μας και προάγει το λόγο μας. Χωρίς να δεχθούμε την έλλαμψη του Πνεύματος δε μπορούμε να εισέλθωμε στον «αληθή νου» της Γραφής:

4. Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΙΣΤΟ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Η αλήθεια, που ταυτίζεται με τη θεία πραγματικότητα, δόθηκε και δίδεται στον άνθρωπο με τρόπο αποκαλυπτικό. Η αλήθεια, ο Τριαδικός δηλαδή Θεός και το έργο του για τη σωτηρία του ανθρώπου, φανερώθηκε προοδευτικά: Νόμος, Προφητεία, Ευαγγέλιο, Πεντηκοστή και εξής. Την πρόοδο αυτή ο Γρηγόριος Θεολόγος χαρακτηρίζει «μεταθέσεις βίων» και «σεισμούς». Tο τελευταίο στάδιο αρχίζει με την Πεντηκοστή, που συνεχίζεται στο χώρο της Εκκλησίας (Χρυσόστ., PG 50, 454 εξ). Θεωρείται μάλιστα το στάδιο τούτο, η οδηγητική δηλ. και φωτιστική δράση του αγ. Πνεύματος στην Εκκλησία, σαν «ελπίδος συμπλήρωσις» (Γρηγόριος Θεολόγος, PG 36, 456ΑΒ), διότι «θαυματουργεί και την τελείαν εισάγει γνώσιν» (Χρυσόστομος, PG 59, 424). Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας μάλιστα εκφράζεται σαφέστερα επάνω στο θέμα και γράφει ότι «ου κατέληξεν αποκαλύπτων ημίν ο Μονογενής» (PG 74, 576), επεξηγώντας φυσικά στη συνέχεια ότι το φωτιστικό έργο του Πνεύματος είναι και του Κυρίου. Την ίδια Παράδοση και θεολογική γραμμή ακολουθούν και οι μεταγενέστεροι Πατέρες, όπως π.χ. ο ιερός Φώτιος (+891), που ερμηνεύουν το καίριο θεολογικό έργο των Πατέρων σαν αποτέλεσμα της φωτιστικής δράσεως του αγ.Πνεύματος. Διαφορετικά ούτε ιδιαίτερη αξία θα είχε η θεολογία αυτή, ούτε και θα μπορούσε να θεωρήται στην Εκκλησία ισόκυρη προς τη Γραφή:

5. ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΓΝΗΣΙΟΤΗΣ ΚΑΙ ΚΥΡΟΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Η Εκκλησία δέχθηκε την παρουσία των Πατέρων στους κόλπους της κι έζησε με τη διδαχή και το φρόνημά τους, το οποίο θεώρησε πάντοτε γνήσιο και ορθόδοξο. Στη συνείδησή της οι Πατέρες και Διδ. ήσαν η συνέχεια και η προέκταση των Αποστόλων. Οι δώδεκα Απόστολοι παρέδωσαν την προσωπική τους διακονία, που ήταν το να διδάσκουν, στους Πατέρες (Eιρηναίου, Έλεγχος Γ3, 1). Το άγιο Πνεύμα, που φώτιζε τους Αποστόλους, φωτίζει και τους Πατέρες:


6. ΔΙΑΔΟΧΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ

Αν πρέπει να δώσωμε για λόγους πρακτικούς κεντρικά σημεία της εσώτατης θεολογικής πορείας του Πατρός και διδασκάλου, τότε θα μπορούσαμε να διακρίνωμε σ' αυτή τρεις κυρίως σταθμούς:


7. ΤΟ ΘΥΡΑΘΕΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ (ΔΟΜΗ, ΜΟΡΦΗ, ΑΛΗΘΕΙΑ)

Οι Πατέρες δεν έζησαν ούτε κι έδρασαν ερήμην του πνευματικού κλίματος της εποχής τους. Το έργο τους αποτελεί ως ένα βαθμό καθρέπτη των συγχρόνων τους φιλοσοφικών ρευμάτων, των θρησκευτικών πεποιθήσεων, των κοσμολογικών αντιλήψεων και των πολιτειακών ή πολιτικών προτιμήσεων. Οι παράγοντες που προσδιώριζαν το πνευματικό κλίμα των πρώτων αιώνων του βίου της Εκκλησίας ήσαν ο Ιουδαϊσμός, ο Ελληνισμός, ο Γνωστικισμός, οι θρησκείες και η Πολιτεία. Ο ποικίλος και δυναμικός αυτός κόσμος αποτέλεσε μέγα πρόβλημα αλλά και όργανο για τους θεολόγους της Εκκλησίας. Το πρόβλημα: Εάν ο θεολόγος δεν εκφραζόταν μέσω του πνευματικού αυτού κόσμου θα κινδύνευε να μείνη απόλυτα ξένος για τους ανθρώπους της εποχής, που φυσικά είχαν μάθη να σκέπτωνται μόνο με τις δομές του κόσμου εκείνου.

8. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ

Συχνά οι ερευνητές και αποτιμητές της πνευματικής προσφοράς των φιλοσόφων και των Πατέρων δημιουργούν παρεξηγήσεις που οδηγούν σε απαράδεκτη υποτίμηση των Πατέρων και του έργου τους. Tο συνηθέστερο πρίσμα, κάτω από το οποίο θεωρείται συγκριτικά το πρόβλημα, είναι το εξής: Οι Πατέρες, υποχρεωμένοι να είναι παραδοσιακοί, γίνονται φορείς και μόνον ερμηνευτές της αληθείας, την οποία μάλιστα δεν απέκτησαν με ζήτηση επίπονη, αλλά έλαβαν από την Εκκλησία ή την αποκάλυψη του Θεού. Με τους φιλοσόφους συμβαίνει το αντίθετο. Οι φιλόσοφοι αναζητούν με άπειρη αγωνία την αλήθεια, που οι Πατέρες έχουν έτοιμη. Στο έργο λοιπόν του φιλοσόφου έχομε την πρωτοτυπία, η οποία λείπει από το έργο του Πατρός. Kαι η τελική αξιολόγηση του Πατρός και του φιλοσόφου εξαρτάται από την πρωτοτυπία. Όλα όμως αυτά δεν είναι παρά μία σχολαστική θεώρηση του θέματος, που προδίδει άγνοια και ανεπίτρεπτη αφέλεια εκείνου που την επιχειρεί και την αποδέχεται.

9. ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΙΔΙΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

α. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς και μάλιστα οι επιφανέστεροι από αυτούς είχαν πλατειά και βαθειά παιδεία. Από τον Ιγνάτιο, τον Ιουστίνο και τον Ειρηναίο οι Πατέρες εμφανίζονται από άριστοι έως καλοί γνώστες του ιουδαϊσμού, των ποικίλων θρησκειών, του γνωστικισμού και του ελληνισμού, των θρησκευτικών και πολιτιστικών δηλ. μορφών που κυριαρχούσαν κατά τους αιώνες που δημιούργησαν το έργο τους. Η τελεία γνώση ή τουλάχιστον η σχετικά καλή σπουδή των πνευματικών αυτών μεγεθών δήλωνε το μορφωμένο άνθρωπο. Kαι δεν έχομε σημαντικό εκκλησ. συγγραφέα άγευστο των μεγεθών αυτών.

10. ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Το έργο των Πατέρων και Διδ. της Εκκλησίας ευρίσκεται σε άμεση σχέση προς το έργο των Συνόδων, είτε αυτές είναι Οικουμενικές είτε τοπικές. Η σχέση αυτή παραμένει εν τούτοις αδιασάφητη και αδιόριστη ως ένα σημείο. Οι περισσότερες φερ' ειπείν οικουμενικές Σύνοδοι εργάσθηκαν χωρίς την παρουσία ως μελών κατ' εξοχήν μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων. Αλλά τούτο δε σημαίνει ότι κινήθηκε η θεολογική διεργασία της Συνόδου ερήμην της θεολογικής προσφοράς ενός ή περισσοτέρων μεγάλων Πατέρων. Στην Α' οικουμ. Σύνοδο ο Μ. Αθανάσιος επέδρασε βαθύτατα και αποφασιστικά χωρίς να είναι σύνεδρο μέλος. Κατά την Β' οικ. Σύνοδο ο μεν Βασίλειος είχε πεθάνει, ο δε Γρηγόριος Θεολόγος απουσίαζε. Η θεολογία όμως της Συνόδου αυτής εκφράζει τη θεολογία των δύο μεγάλων ανδρών, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ο χώρος της Συνόδου δεν είναι χώρος, όπου κατ' εξοχήν δίδεται η λύση των μεγάλων προβλημάτων με το φωτισμό του Πνεύματος.

11. ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Η θέση των Πατέρων στην ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος και στην καθόλου γραμματεία δεν έχει ακόμη αποτιμηθή και εκτιμηθή όσο πρέπει. Και μολονότι το πρόβλημα τούτο είναι θέμα που φυσικά ξεπερνά τα όρια πατρολογικού εγχειριδίου, θεωρούμε αναγκαίο να υπογραμμίσωμε σχετικά τα εξής:

12. ΤΟ ΠΩΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΩΣ ΚΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Η πραγματικότης του Πατρός και Διδασκάλου της Εκκλησίας αποτελεί γνόφο, χώρο άγιο, προβληματικό και αληθινό, διάσταση θεληματική και υπαρξιακή. Είναι γνόφος διότι συνιστά πνευματικό γεγονός απρόσιτο κι αδιαπέραστο για όποιον δε ζη τη θεία χάρη που το δημιούργησε. Αλλά και για τον πιστό ή θεολόγο δεν παύει ο Πατήρ να είναι γνόφος, εντός του οποίου θά εισέλθη μόνο με πολύ αγώνα και πλούσια θεία χάρη. Πρόκειται για πραγματικότητα, η οποία, ενώ βρίσκεται σε απόλυτη σχέση με τον κόσμο, είναι κάτι άλλο, είναι το άγιο, το ξεχωριστό από το σύνηθες και φυσικό, διότι αντιπροσωπεύει τη δυναμική μεταστοιχείωση του τραγικού ανθρώπου σε πρόσωπο αληθινό, σε ον δηλ. που συνυπάρχει με την αλήθεια, μετέχει σ' αυτή, ζη με αυτή και γι' αυτή.

13. ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ (γιατί σπουδάζομε τους Πατέρες)

Αφήσαμε στο τέλος το πρόβλημα της σημασίας των Πατέρων για το σύγχρονο πιστό και μάλιστα το θεολόγο. Παρ' όλα όσα σημειώσαμε μέχρις εδώ για την αξία και το μεγαλείο των Πατέρων, η σημασία τους για την εποχή μας δεν είναι αυτονόητη για τον εξής λόγο: Υποτίθεται πως η καίρια και γνήσια θεολογική προσφορά όλων των Πατέρων υφίσταται, εμπεριέχεται, στην Παράδοση της Εκκλησίας. Η διδασκαλία και το φρόνημα των Πατέρων επομένως είναι διδασκαλία και φρόνημά μας ή τουλάχιστον πρέπει να είναι· και αν θέλωμε να τα επισημάνωμε γνωρίζομε πώς και πού να τα εύρωμε. Διότι όχι μόνον οι τελευταίοι από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς έχουν περιλάβει στο έργο τους την θεολογική πείρα των προγενεστέρων τους, αλλά και στα εγχειρίδια δογματικής μπορεί κανείς άκοπα σχεδόν να πληροφορηθή την πατερική διδασκαλία συνεπτυγμένη και συστηματοποιημένη. Προς τι λοιπόν η σπουδή των Πατέρων; Ποία η δικαίωση του μόχθου για τους Πατέρες; Στο κρίσιμο πρόβλημα η απάντηση είναι φυσικά δύσκολη, μα όχι αδύνατη για όσους αναγνωρίζουν την πρωταρχική σημασία των Πατέρων στην Εκκλησία κι έχουν εμπιστοσύνη σ' αυτούς.

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ 

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware - Το Μυστήριο τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου

Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware - Το Μυστήριο τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου




«Μιὰ ψυχὴ φτιαγμένη κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ
εἶναι πιὸ πολύτιμη στὸ Θεὸ
ἀπ᾿ ὅτι δέκα χιλιάδες κόσμοι
μὲ ὅλα ὅσα περιέχουν»
Ἀποφθέγματα Πατέρων τῆς Ἐρήμου

Τὸ ἀληθινὸ θαῦμα


«Μίλησέ μας γιὰ τὶς θεῖες ὀπτασίες ποὺ ἔχεις», εἶπε κάποτε ἕνας μοναχὸς στὸν Ἀββᾶ Παχώμιο (286-346). «Ἕνας ἁμαρτωλὸς σὰν ἐμένα δὲν περιμένει νὰ ἔχει καμιὰ ὀπτασία ἀπὸ τὸ Θεό», ἀπάντησε ὁ Παχώμιος. «(...) Ἐπίτρεψέ μου ὅμως νὰ σοῦ πῶ γιὰ μιὰ μεγάλη ὀπτασία. Ἂν δεῖς ἕναν ἅγιο καὶ ταπεινὸ ἄνθρωπο, αὐτὸ εἶναι μιὰ μεγάλη ὀπτασία. Γιατί ποιὰ ἄλλη μεγαλύτερη ὀπτασία ἀπ᾿ αὐτὴ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει: νὰ δεῖς τὸν ἀόρατο Θεὸ νὰ φανερώνεται στὸ ναό του, σ᾿ ἕνα ὁρατὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο»;1

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνώτερη ὀπτασία ἀπὸ ὅλες, τὸ ἀληθινὸ θαῦμα: μιὰ ἀνθρώπινη ὕπαρξη φτιαγμένη κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ. «Ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι φοβερῶς ἐθαυμαστώθην» (Ψαλμ. 138:14). Στὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς ἴσως δὲν ὑπάρχει καθῆκον πιὸ ἐπιτακτικὸ ἀπὸ αὐτό: νὰ ἀνανεώνουμε τὸ αἴσθημα τοῦ θαυμασμοῦ καὶ τῆς ἔκπληξης μπροστὰ στὸ θαῦμα καὶ τὸ μυστήριο τοῦ δικοῦ μας προσώπου. Ἡ λέξη μυστήριον, ἰδιαίτερα, χρειάζεται ἔμφαση. Ποιὸς εἶμαι; Τί εἶμαι; Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη. Γνωρίζω μόνο ἕνα πολὺ μικρὸ μέρος τοῦ ἐαυτοῦ μου. Τὰ ὅρια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου εἶναι ἀπίστευτα πλατειά. Ἐκτείνονται κατὰ ὕψος καὶ κατὰ πλάτος στὸ χῶρο καὶ πέρα ἀπὸ τὸ χρόνο, στὸ ἀτελεύτητο. Προεκτείνονται μπροστὰ καὶ πίσω μέσα στὸ χρόνο καὶ πέρα ἀπὸ τὸ χρόνο, στὴν αἰωνιότητα. Στὸ βάθος τοῦ ἐαυτοῦ μου κρύβονται ἀνεξιχνίαστα βάθη ποὺ διαφεύγουν τῆς δικῆς μου ἀντίληψης.

Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ μυστήριο ἀνθρώπινο πρόσωπο, ποὺ εἶναι φτιαγμένο κατ᾿ εἰκόνα τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ὑπάρχουν τέσσερα στοιχεῖα ξεχωριστῆς σημασίας: ἐλευθερία, εὐχαριστία, κοινωνία καὶ ὡρίμανση.

Ἐλευθερία


Ὁ Δημιουργὸς Θεὸς εἶναι ἐλεύθερος: μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὰ ἀνθρώπινα δημιουργήματα ποὺ εἶναι φτιαγμένα κατ᾿ εἰκόνα του εἶναι προικισμένα μὲ ἐλευθερία. Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει τὰ ἀνθρώπινα ὄντα νὰ ξεχωρίζουν, μὲ ἕνα τρόπον ποὺ ὑπερέχει, ἀπὸ τὰ ἄλλα ὄντα; Πέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, εἶναι ἡ αὐτοσυνειδησία, ἡ φωνὴ τῆς συνείδησης, ἡ δύναμη τῆς ἐλεύθερης ἀπόφασης, ἡ ἱκανότητα τῆς ἠθικῆς ἐκλογῆς. Ἐνῶ τὰ ἄλλα ὄντα ἐνεργοῦν ἀπὸ ἔνστικτο, τὸ ἀνθρώπινο ὂν στέκεται εὐσυνείδητα ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ - στέκεται μὲ πλήρη ἐπίγνωση στὸ σημεῖο τοῦ καιροῦ, στὴ στιγμὴ τῆς κρίσης καὶ τῆς εὐκαιρίας - καὶ διαλέγει. Ὁ Θεὸς κάθε μέρα ἀπευθύνεται στὸν ἄνθρωπο λέγοντάς του: «Τὴν ζωὴν καὶ τὸν θάνατον δέδωκα πρὸ προσώπου ὑμῶν, τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν κατάραν· ἐκλέξαι...» (Δευτ. 30:19). Μόνο μὲ τὴν ἄσκηση αὐτῆς τῆς δύναμης, τῆς ἐλεύθερης ἐκλογῆς, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἄνθρωπος πραγματικά.

Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ὁριστεῖ ὡς ἕνα ἐλεύθερο ὄν. Αὐτὸ τὸ σημεῖο τονίζεται ἔντονα ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι στὴ διήγηση τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ, στὸ ἔργο Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ. Αὐτὸ ποὺ ὁ Χριστὸς προσέφερε στὸν ἄνθρωπο, ὅπως ἀναγνωρίζει ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής, εἶναι ἀκριβῶς τὸ δῶρο τῆς ἐλευθερίας: ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει (Ἰω. 8:36). Αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ὅμως, στὰ μάτια τοῦ γηραιοῦ καρδιναλίου, εἶναι πολὺ βαρειά, ἕνα φορτίο δυσβάστακτο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἕνα ἐπικίνδυνο κοφτερὸ σπαθί· τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ ἦταν εὐτυχέστερο ἂν τοῦ ἀφαιροῦσαν αὐτὸ τὸ δῶρο. «Ἐμεῖς διορθώσαμε τὸ ἔργο σου», λέει ὁ Ἱεροεξεταστὴς στὸν Ἰησοῦ. Ἀπὸ μία σκοπιὰ ἔχει δίκιο: ἡ ἐλευθερία μας πολὺ συχνὰ ἀποδεικνύεται ἕνα ἄσχημο δῶρο. Ὅμως ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι λιγότερο ἀπὸ ἐλεύθερος, τότε γίνεται κάτι λιγότερο κι ἀπὸ ἄνθρωπος.

Ἡ ζωτικὴ σημασία τῆς ἐλευθερίας μπορεῖ νὰ φανεῖ στὴν περίπτωση τῆς εὐλογημένης Παρθένου Μαρίας, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ τί σημαίνει νὰ εἶσαι γνήσιος ἄνθρωπος. Στὸν Εὐαγγελισμό, ὁ Ἀρχάγγελος δὲν ἐπληροφόρησε ἁπλῶς τὴν Παναγία γιὰ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ περίμενε τὴν ἐλεύθερη καὶ ἐθελοντική της ἀπάντηση: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. 1:38). Θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀρνηθεῖ. Ὁ Θεὸς λαμβάνει τὴν πρωτοβουλία, ὅμως ἡ ἐθελοντικὴ συνεργασία τῆς Παναγίας εἶναι ἐπίσης ἀπαραίτητη. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα παθητικὸ ἐργαλεῖο ἀλλὰ ἕνας ἐνεργητικὸς μέτοχος στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἀπάντησή της μὲ κανέναν τρόπο δὲν ἦταν ἕνα ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸ συμπέρασμα· σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐλεύθερα δοσμένη ἀπάντηση κρεμόταν ὁλόκληρο τὸ μέλλον τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας.

Σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ ὁλοένα γίνεται πιὸ ἀπάνθρωπος - σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ φαινομενικὰ ἐλέγχεται ἀπὸ τοὺς ψυχαναλυτές, τὶς στατιστικὲς καὶ τὶς μηχανὲς - ἡ ἀνάγκη γιὰ Χριστιανοὺς ποὺ ἐπιμένουν στὴν ὑψίστη ἀξία τῆς ἐλευθερίας, εἶναι ἄμεση. Σ᾿ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, τίποτα δὲν εἶναι πιὸ ἀποφασιστικῆς σημασίας ἀπὸ τὶς ἐλεύθερες πράξεις ἐκλογῆς ποὺ γίνονται ἀπὸ πρόσωπα προικισμένα μὲ λόγο καὶ συνείδηση. Ὡς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ τὸ περιβάλλον καὶ τὶς ἀσυνείδητες διαθέσεις μας, ὅμως ποτὲ δὲν ὑποδουλωνόμαστε τελειωτικὰ σ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα. Παραμένουμε ἐλεύθεροι. Ὁ Θεὸς ἔθεσε τὸν καθένα ἀπό μας σὰν βασιλιὰ πάνω στὴ γῆ καὶ τοῦ ἔδωσε ἐξουσία ἐπὶ «πάντων τῶν κτηνῶν» (Γεν. 1:28). Ἂς μὴν παραιτούμαστε ἀπὸ αὐτή μας τὴ βασιλικὴ ἐξουσία ἀπὸ δειλία ἢ ἔλλειψη φαντασίας.

Ἐδῶ ἐξάγεται ἕνα σημαντικὸ συμπέρασμα. Ἡ ἐλευθερία δείχνει ὅτι σὰν ἄνθρωποι εἴμαστε διάφοροι, ξεχωριστοί. Ἐφόσον καθένας ἀπὸ μᾶς εἶναι ἐλεύθερος, ὁ καθένας ἐκφράζει τὸ κατ᾿ εἰκόνα μὲ τὸ ὅποιο εἶναι προικισμένος μὲ τὸ δικό του ἣ δικό της μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο τρόπο. Καὶ ὁ καθένας, ἐφόσον εἶναι μοναδικός, ἔχει ἀνεκτίμητη ἀξία· ὁ καθένας εἶναι τὸ τέρμα καὶ ὁ σκοπὸς κι ὄχι τὸ μέσο γιὰ κάποιον ἄλλο σκοπό. Ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς μᾶς κάνει νὰ σκεφτόμαστε μὲ τρόπο στερεότυπο, ἔτσι ποὺ νὰ φαίνεται ὅτι ὅλα μετροῦνται καὶ κατατάσσονται στατιστικὰ ἢ «προγραμματίζονται» σ᾿ ἕνα κομπιοῦτερ. Ὡς χριστιανοὶ ἀνθρωπιστὲς ἔχομε κάθε λόγο νὰ ἀρνηθοῦμε μία τέτοια τάση. Εἶναι καθῆκον μας νὰ προσβλέπουμε πάντα πέρα ἀπὸ τὸ ἐπίπεδό της ἐπιπολαιότητας, ὅπου οἱ ἀνθρώπινες ὑπάρξεις κατατάσσονται σὲ ὁμάδες, πρὸς τὸ ἐπίπεδό της γνήσιας προσωπικότητας, ὅπου κανένας δὲν εἶναι κουραστικός. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καθιστώντας μας ἐλεύθερους, κάνει τὸν καθένα μας διαφορετικό· τὸ ἴδιο καὶ οἱ πνευματοφόροι ἢ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἀποκαλύπτουν σὲ μᾶς τὰ πραγματικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, πάντοτε ἐπιδεικνύουν τὴν ἄκρα ποικιλία. Δὲν εἶναι ἡ ἁγιότητα ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία ποὺ εἶναι μονότονη.



Εὐχαριστία


Κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, προικισμένος μὲ αὐτοσυνειδησία καὶ ἠθικὴ ἐκλογή, ὁ ἄνθρωπος δὲν βρίσκεται σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο κάνοντάς του χρήση ὅπως τὰ ὑπόλοιπα ὄντα. Τὸ ἀνθρώπινο ὂν μπορεῖ ἐπιπλέον νὰ δοξάζει τὸ Θεό, ἀντιπροσφέροντας τὴ δημιουργία στὸ Δημιουργό με εὐχαριστία· καὶ σ᾿ αὐτὴν τὴν πράξη τῆς προσφορᾶς ὁ καθένας γίνεται πραγματικὸς ἄνθρωπος, πραγματικὸ πρόσωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερο οὐσιῶδες στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινής μας ὕπαρξης. Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἐλεύθερο ὂν ἀλλὰ ἕνα εὐχαριστιακὸ ὄν. Ὁ καθένας εἶναι καὶ βασιλιὰς καὶ ἱερέας.

Αὐτὸ τὸ σημεῖο μπορεῖ καὶ πάλι νὰ τονιστεῖ μὲ κάτι ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι. Ὁ ἥρωας, ἢ μᾶλλον ὁ ἀντί-ἥρωας, λέει στὶς Σημειώσεις ἀπὸ τὸ Ὑπόγειο:

«Κύριοι, ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι βλάκας... Ὅμως ἂν δὲν εἶναι βλάκας, εἶναι τερατωδῶς ἀγνώμων. Εἶναι ἀγνώμων μ᾿ ἕνα τρόπο πρωτοφανῆ. Ἀκόμη νομίζω ὅτι ὁ καλύτερος ὁρισμὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι: ἕνα δημιούργημα μὲ δυὸ πόδια καὶ καθόλου αἴσθηση εὐγνωμοσύνης...

Μόνο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ προφέρει κατάρες: εἶναι τὸ προνόμιό του καὶ αὐτὸ κυρίως τὸν κάνει νὰ ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ ἀλλὰ ζῶα».

Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀναμφίβολα ὀρθὰ γιὰ τὸ μεταπτωτικὸ ἄνθρωπο, γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ Θεό. Ὅμως στὴν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἀρχικὰ ὁ Θεὸς τὸν ἤθελε νὰ εἶναι, καὶ ὅπως λυτρώθηκε ἐν Χριστῷ, αὐτὲς οἱ θέσεις πρέπει νὰ ἀντιστραφοῦν. Ὁ καλύτερος ὁρισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, τὸ κύριο χαρακτηριστικό του, αὐτὸ ποὺ τὸν κάνει νὰ εἶναι ὁ ἐαυτός του, εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη ἢ εὐχαριστία. Αὐτὸ ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ διαφέρει ἀπὸ τὰ ἄλλα ζῶα, τὸ προνόμιό του σὰν ἱερέας τῆς κτίσης, εἶναι νὰ εὐλογεῖ τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἐπικαλεῖται, τὴ θεία εὐλογία γιὰ τὰ ἄλλα πρόσωπα καὶ πράγματα.

Ὅπως καὶ πρίν, ἔτσι καὶ τώρα, τὸ παράδειγμα τῆς Θεοτόκου στὸν Εὐαγγελισμὸ μπορεῖ νὰ σταθεῖ τὸ πρότυπό μας. Ὅταν πῆρε τὸ μήνυμα τοῦ ἀρχαγγέλου, ἀπάντησε μὲ μία πράξη εὐχαριστίας: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμα μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρι μου» (Λουκ. 1:46-7).

Ἡ διάθεσή της εἶχε τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς χαρᾶς, τῆς εὐχαριστίας τῆς δοξολογίας.

Ἄν, λοιπόν, πρόκειται νὰ εἴμαστε πραγματικὰ ἄνθρωποι στὴν ἐσωτερική μας ζωή, ἡ προσευχή μας πρέπει νὰ διαπνέεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς εὐχαριστίας. «Προσευχὴ εἶναι ἡ κατάσταση τῆς συνεχοῦς εὐχαριστίας», τονίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης (1829-1908). Καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος (7ος αἰώνας) σημειώνει:

«Πρὸ πάντων ἐν τῷ τῆς ἡμετέρας δεήσεως χάρτη εὐχαριστίαν εἰλικρινῆ κατατάξωμεν· ἐν δευτέρῳ δὲ στίχω, ἐξομολόγησιν καὶ συντριμμὸν ψυχῆς ἐν αἰσθήσει· εἶθ᾿ οὕτω τὴν αἴτησιν ἡμῶν τῷ παμβασιλεῖ γνωρίσωμεν».2

Εὐχαριστία, ἐξομολόγηση, αἴτηση - αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ σειρὰ ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθοῦμε ὅταν προσευχόμαστε. Δὲν πρέπει νὰ ἀρχίζουμε ἐξομολογούμενοι τὶς ἁμαρτίες μας. Πρὶν σκύψουμε πρὸς τὰ κάτω γιὰ νὰ δοῦμε τὴν ἐσωτερική μας ἀσχήμια, πρέπει νὰ ὑψώσουμε τὸ βλέμμα πρὸς τὰ ἔξω καὶ πρὸς τὰ πάνω γιὰ νὰ ἀτενίσουμε τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὅποιο ὁ εἰκοσιτετράωρος λατρευτικὸς κύκλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀρχίζει κάθε μέρα μὲ τὸν ἑσπερινὸ ὅπου διαβάζεται ὁ ψαλμὸς 103 ποὺ εἶναι ἕνας ὕμνος δοξολογίας γιὰ τὴ δημιουργία:

«Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον· Κύριε ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα, ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω (...) ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας».

Μὲ παρόμοιο τρόπο ἀρχίζει καὶ ἡ Θεία Λειτουργία, ὄχι μὲ μιὰ πράξη ἐξομολόγησης ἀλλὰ μὲ μία προκήρυξη γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ: «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος...». Ὡς ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζουμε πρῶτα-πρῶτα εὐλογώντας αὐτὸν γιὰ τὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας του.



Κοινωνία


Πέρα ἀπὸ τὸ ὅτι εἴμαστε ἐλεύθερα ὀντὰ καὶ εὐχαριστιακὰ ὄντα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐπίσης κοινωνικὸ ὄν. Αὐτὸ εἶναι τὸ τρίτο χαρακτηριστικό του στοιχεῖο. Εἶναι, σύμφωνα μὲ τὸ χαρακτηρισμὸ τοῦ Ἀριστοτέλη, ἕνα «πολιτικὸ ζῶο», γιατί ὄντως πραγματώνει τὸν ἑαυτό του, γίνεται ὄντως ἄνθρωπος, ἐφόσον ζεῖ σὲ μία πόλη, σ᾿ ἕνα κοινωνικὰ ὀργανωμένο χῶρο. Ἀκόμη καὶ οἱ ἐρημίτες πρέπει νὰ προετοιμάσουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ τὴ μόνωση, ἀφοῦ ζήσουν ἀρχικὰ στὴν κοινωνικὴ ζωὴ μιᾶς μοναχικῆς ἀδελφότητας. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι διαλογικός. Γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὰ λόγια του John Macmurray «δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἄνθρωπος μέχρι ποὺ νὰ βρεθοῦν δυὸ τουλάχιστον σὲ κοινωνία».

«Καὶ εἶπεν ὁ Θεός, ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» (Γεν. 1:26). Αὐτὸ τὸ «ποιήσωμεν ἄνθρωπον», ὅπως παρατηροῦν οἱ Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, δείχνει ὅτι τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔκαναν συμβούλιο μεταξύ τους.3 Ὁ ἄνθρωπος εἶναι φτιαγμένος σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος - δηλαδὴ σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας, ἀλλὰ ἕνας ἐν τρισὶν ὑποστάσεσι. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν καλεῖται νὰ πραγματώσει τὸν ἑαυτὸ τοῦ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ, σὲ κοινότητα ἢ κοινωνία. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μία ἀπομονωμένη μονάδα, ἀλλὰ μία ἕνωση τριῶν προσώπων ποὺ ἀλληλοπεριχωροῦνται μέσῳ μιᾶς ἀκατάπαυστης ἀμοιβαίας ἀγάπης, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος, πραγματώνει πλήρως τὸν ἑαυτό του - γίνεται ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος σύμφωνα μὲ τὴ θεία εἰκόνα - μόνο ὅταν ζεῖ μέσα στοὺς ἄλλους καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους. Γίνεται ἄνθρωπος ὅταν ξέρει νὰ μοιράζεται.

Ὁ Ντοστογιέφσκι μας προσφέρει ἀκόμη μιὰ πετυχημένη εἰκόνα αὐτῆς τῆς πραγματικότητας. Στοὺς Ἀδελφοὺς Καραμάζωφ περιλαμβάνεται, μιὰ λαϊκὴ ἱστορία ποὺ ἄκουσε κάποτε, σχετικα μὲ μία ἡλικιωμένη γυναίκα ποὺ δὲν ἔζησε σωστὰ καὶ μετὰ θάνατο βρέθηκε σὲ μία λίμνη ἀπὸ φωτιά. Ὁ φύλακας Ἄγγελός της προσπαθοῦσε νὰ κάνει ὅ,τι μποροῦσε γιὰ νὰ βοηθήσει. Ἡ μόνη καλὴ πράξη ὅμως ποὺ θυμόταν ὅτι ἔκανε αὐτὴ ἡ γυναίκα ὅταν ζοῦσε, ἦταν ποὺ εἶχε δώσει κάποτε ἀπὸ τὸν κῆπο της ἕνα κρεμμύδι, σὲ μιὰ ζητιάνα. Πῆρε λοιπὸν ὁ ἄγγελος τὸ κρεμμύδι, εἶπε στὴ γυναίκα νὰ πιαστεῖ ἀπ᾿ αὐτὸ κι ἄρχισε νὰ τὴν τραβᾷ ἔξω ἀπὸ τὴ λίμνη. Μέσα στὴ λίμνη ὅμως δὲν ἦταν μόνη της. Ὅταν οἱ ἄλλοι εἶδαν τί συνέβαινε, μαζεύτηκαν τριγύρω καὶ κρεμάστηκαν πάνω της μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ συρθοῦν κι αὐτοὶ ἔξω μαζί της. Τότε ὅμως ἡ γυναίκα, μὲ τρόμο καὶ ἀγανάκτηση, ἄρχισε νὰ τοὺς κλωτσᾷ. «Ἀφῆστε με», φώναξε. «Ἔμενα τραβᾷ ἔξω, ὄχι ἐσᾶς. Δικό μου εἶναι τὸ κρεμμύδι, ὄχι δικό σας». Τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ εἶπε αὐτό, τὸ κρεμμύδι ἔσπασε στὰ δυὸ καὶ ἡ γυναίκα ἔπεσε πίσω, μέσα στὴ λίμνη. Καὶ ἐκεῖ μέσα καίγεται μέχρι σήμερα.

Ἐὰν ἡ ἡλικιωμένη γυναίκα ἔλεγε μόνο, «αὐτὸ εἶναι τὸ κρεμμύδι μας», δὲν θὰ ἀποδεικνυόταν ἄραγε ἀρκετὰ δυνατὸ γιὰ νὰ τοὺς τραβήξει ὅλους ἔξω ἀπὸ τὴ φωτιά; Μόλις ὅμως εἶπε «εἶναι δικό μου, ὄχι δικό σας», ἔγινε κάτι λιγότερο ἀπὸ ἄνθρωπος. Μὲ τὸ νὰ ἀρνηθεῖ τὸ μοίρασμα, ἀρνήθηκε τὴν προσωπικότητά της. Ὁ γνήσιος ἄνθρωπος, πιστὸς στὴν εἰκόνα τῆς τρισυπόστατης Θεότητας, εἶναι αὐτὸς ποὺ πάντοτε λέει ὄχι «ἐγώ», ἀλλὰ «ἐμεῖς», ὄχι «δικό μου» ἀλλὰ «δικό μας». Ἡ προσευχὴ ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μας δίδαξε ἀρχίζει μὲ τὸ «Πάτερ ἡμῶν» κι ὄχι «Πάτερ μου». Αὐτὸ ποὺ ἔκανε τὴν πρώτη ἀποστολικὴ κοινότητα τῶν Χριστιανῶν στὰ Ἱεροσόλυμα νὰ ξεχωρίσει, ἦταν ἀκριβῶς ἡ πράξη τῆς μοιρασιᾶς. «Ἦσαν δὲ προσκατεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς (...) πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά» (Πράξ. 2:42-4). Ὡς Χριστιανοὶ δεκαεννιὰ αἰῶνες ἀργότερα, πόσο ἀπεγνωσμένα χρειαζόμαστε νὰ ἀνακτήσουμε αὐτὴ τὴν αἴσθηση τῆς κοινωνίας, νὰ ξαναμάθουμε πῶς νὰ μοιραζόμαστε τὸ κρεμμύδι.

Τὸ πρότυπό μας σ᾿ αὐτὸ τὸ μοίρασμα εἶναι καὶ πάλι ἡ Παναγία. Ὅταν δέχθηκε τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ἄμεση ἀντίδρασή της ἦταν νὰ πορευθεῖ «εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς» γιὰ νὰ μοιραστεῖ τὴν καλὴν εἴδηση μὲ τὴν ἐξαδέλφη της Ἐλισάβετ (Λουκ. 1:39-40). Μὲ σπουδὴ καὶ αἴσθημα βιασύνης: ἔνιωθε ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ κρατήσει τὴ χαρὰ γιὰ τὸν ἑαυτό της.

Ὅπως δείχνει ἡ παραβολὴ τῶν προβάτων καὶ τῶν ἐριφίων (Ματθ. 25:31-46), τὸ κριτήριο τῆς θείας κρίσης στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, δὲν θὰ εἶναι οἱ ἐσωτερικές μου σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματα, οἱ θεῖες ὀπτασίες καὶ οἱ ἐκστάσεις μου. Οὔτε θὰ ἐρωτηθῶ γιὰ τὴ μοναχική μου ἄσκηση, τὶς νηστεῖες καὶ τὶς μετάνοιες. Θὰ μοῦ ζητηθεῖ ὅμως νὰ πῶ ἂν ἔδωσα τροφὴ στοὺς πεινασμένους, ἂν ἐπισκέφθηκα τοὺς φυλακισμένους καὶ τοὺς ἄρρωστους, ἂν φιλοξένησα τοὺς ξένους. Γι᾿ αὐτὰ ὅλα θὰ ἐρωτηθῶ. Μὲ ἄλλα λόγια, πῶς ἦσαν οἱ σχέσεις μου μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους; Ἤξερα νὰ μοιράζομαι; Ἤμουν ἁπλῶς ἕνα ἄτομο, κλεισμένο στὸν ἑαυτό μου; Ἢ ἤμουν ἕνα αὐθεντικὸ πρόσωπο ποὺ ζοῦσα σὲ κοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους; Δὲν εἶναι συμπτωματικὸ ποὺ ἡ λέξη πρόσωπο σημαίνει, ἐπίσης καὶ «ὄψη». Εἶμαι ἕνα ζωντανὸ πρόσωπο, ποὺ ξεχωρίζω ἀπὸ τὰ ἄλλα, μόνο ὅταν στέκω ἀπέναντί τους, τὰ ἀντικρύζω, τὰ κοιτάζω μέσα στὰ μάτια καὶ αὐτὰ κοιτάζουν ἐμένα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ κατοικεῖ μέσα στὴν καρδιά μας εἶναι Πνεῦμα κοινωνίας: κάνοντάς μας διαφορετικούς, μᾶς κάνει ὅλους ἕνα.

Ζώντας σὲ μία κοινωνία ποὺ μεγαλώνει ὁλοένα πιὸ ψυχρὰ καὶ ἀδιάφορα, εἶναι χριστιανικό μας καθῆκον νὰ ἐπαναβεβαιώσουμε τὸ νόημα τῆς προσωπικῆς κοινωνίας. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψουμε στὶς μηχανὲς νὰ κυριαρχήσουν. Ὑπάρχει μία ἱστορία ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ πῆγε νὰ δεῖ ἕναν ψυχίατρο. «Βρῆκα σὰν πιὸ εὔκολο τρόπο γιὰ νὰ συγκεντρώνομαι», εἶπε ὁ ψυχίατρος, «τὸ νὰ μὴ σὲ κοιτάζω στὸ πρόσωπο. Γι᾿ αὐτὸ ξάπλωσε στὸν καναπὲ καὶ ἐγὼ θὰ καθήσω στὴ γωνιά, πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα». Ἀφοῦ πέρασε λίγη ὥρα ὁ ἄνθρωπος παραξενεύθηκε γιατί ἐπικρατοῦσε μία ὕποπτη ἡσυχία πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα. Περπάτησε στὶς ἄκρες τῶν ποδιῶν τοῦ ὡς τὴ γωνιὰ καὶ κοίταξε προσεκτικὰ πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα. Οἱ ὑποψίες του ἐπιβεβαιώθηκαν. Εἶδε μία καρέκλα καὶ πίσω της μιὰ πόρτα· ὅμως πουθενὰ ὁ ψυχίατρος. Στὴν καρέκλα ὑπῆρχε ἕνα κασεττόφωνο. Ὁ ἄνθρωπος δὲν τὰ ἔχασε. Εἶχε πεῖ τὴν ἱστορία του πολλὲς φορὲς σὲ διαφορετικοὺς ψυχίατρους καὶ τὴν εἶχε γραμμένη σὲ κασέττα. Πῆρε λοιπὸν ἕνα κασεττόφωνο ἀπὸ τὴν τσάντα του, ἔβαλε μέσα τὴν κασέττα, τὸ ἄφησε στὸν καναπὲ καὶ τὸ ἔβαλε σὲ λειτουργία. Ὕστερα κατέβηκε κάτω γιὰ νὰ πάρει ἕνα καφέ. Στὴν καφετερία ὅμως συνάντησε τὸν ψυχίατρο ποὺ ἐπίσης ἔπαιρνε τὸν καφέ του. Ὁ ἄνθρωπος κάθησε στὸ ἴδιο τραπέζι μαζί του. «Πρόσεξε», διαμαρτυρήθηκε ὁ ψυχίατρος, «δὲν ἔπρεπε νὰ βρίσκεσαι ἐδῶ· ὄφειλες νὰ μείνεις πάνω, ξαπλωμένος στὸν καναπέ, νὰ λὲς τὴν ἱστορία σου». «Πολὺ σωστά», ἀπάντησε ὁ ἄνθρωπος. «Τὸ δικό μου κασεττόφωνο μιλᾶ στὸ δικό σου».

Ὡς Χριστιανοὶ βρισκόμαστε ἐδῶ γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουμε τὴ μεγάλη ἀξία τῆς ἄμεσης ἐπικοινωνίας καὶ συνάντησης - ὄχι μηχανὴ πρὸς μηχανή, ἀλλὰ πρόσωπο πρὸς πρόσωπο, ἐνώπιος ἐνωπίῳ.



Ὡρίμανση


Τέτοιο εἶναι τὸ ἀληθινὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο: ἐλεύθερο, εὐχαριστιακό, κοινωνικό - αὐτὸ πού, σύμφωνα μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ τοῦ Ντοστογιέφσκι, καθιστᾶ τὸν ἑαυτό του «ὑπεύθυνο γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα». Σ᾿ αὐτὰ τὰ τρία χαρακτηριστικὰ πρέπει νὰ προστεθεῖ καὶ ἕνα τέταρτο: ἡ ὡρίμανση, ἡ πορεία πρὸς τὰ ἐμπρός, ἡ συνεχὴς πρόοδος. «Ἀγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμέν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα» (Α´ Ἰω. γ:2). Τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο δὲν εἶναι στατικὸ ἢ στάσιμο, ἀλλὰ εἶναι δυναμικό. Εἶναι ἕνας ὁδοιπόρος, ἕνας ταξιδευτὴς - homo viator.

Αὐτὴ ἡ δυναμικὴ ὄψη τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας συχνὰ ἐκδηλώνεται κάνοντας μία διάκριση μεταξὺ τῆς εἰκόνας καὶ τῆς ὁμοίωσης τοῦ Θεοῦ. Ὁ συγγραφέας τῆς Γεν. 1:26, ὅταν ἔγραψε τὶς λέξεις «κατ᾿ εἰκόνα ἡμέτεραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» πιθανὸν δὲν εἶχε τὴν πρόθεση νὰ δημιουργήσει ἀντίθεση μεταξὺ τῶν δυὸ ὅρων. Ἁπλῶς ἐκατανοοῦντο ὡς δυὸ παράλληλοι. Οἱ Ἕλληνες ὅμως Πατέρες - ἰδιαίτερα ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος, ὁ Ὠριγένης, ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός4 - τοὺς ἑρμηνεύουν ὡς νὰ ἔχουν διαφορετικὸ νόημα. Ἡ εἰκόνα, σύμφωνα μὲ τὴ δική τους ἐξήγηση, δηλώνει αὐτὸ ποὺ ὁ ἄνθρωπος κατέχει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ ὁποῖο, παρὰ τὴν Πτώση, ποτὲ δὲν χάθηκε ἐντελῶς. Ἡ «ὁμοίωση» δηλώνει τὸν ἔσχατο σκοπό μας, τὴν πληρότητα τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς ζωῆς ἐν Θεῷ, τὴ θέωση. Εἰκόνα εἶναι τὰ ἀρχικὰ χαρίσματα ποὺ δόθηκαν στὸν ἄνθρωπο κατὰ τὴ δημιουργία, ὁμοίωση ὁ τελικὸς σκοπὸς ποὺ πρέπει νὰ ἐκπληρωθεῖ μέσῳ τῆς ὀρθῆς χρήσης τῆς ἐλευθερίας, μὲ τὴ χάρη πάντοτε τοῦ Θεοῦ. Εἰκόνα εἶναι ἡ δυνατότητα γιὰ πραγματοποίηση τῆς ὁμοίωσης, ἡ ἀφετηρία καὶ τὸ τέρμα. Ἡ Εἰκόνα δὲν εἶναι ποτὲ αὐτάρκης. πάντοτε κοιτᾶ πρὸς τὰ ἐμπρός, κατευθύνεται πάντα πρὸς τὴν ὁμοίωση γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ. Ὁ ἄνθρωπος ταξιδευτής, ὁ homo viator, σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ βρίσκεται σ᾿ ἕνα ταξίδι ἀπὸ τὴν εἰκόνα στὴν ὁμοίωση.

Οἱ χριστιανοὶ συγγραφεῖς συχνὰ μίλησαν γιὰ τὸ «πρωτόκτιστον κάλλος» τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, στὸν Παράδεισο. Ὁ Ἀδὰμ κατὰ τὴ δημιουργία του, μὲ μιὰ τέτοια θεώρηση, προικίστηκε μὲ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς γνώσεως. Γιὰ μᾶς σήμερα εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ ἀντιληφθοῦμε τί σημαίνει αὐτό. Εἶναι λοιπὸν σημαντικὸ νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι ὁ μοναδικὸς τρόπος ποὺ ἐξετάζεται ἡ προπτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στὴ χριστιανικὴ παράδοση. Ὑπάρχει ἀκόμη μιὰ προσέγγιση ποὺ βρίσκεται σὲ συγγραφεῖς τοῦ δευτέρου αἰώνα, ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ Θεόφιλος Ἀντιοχείας καὶ Εἰρηναῖος, καὶ ἡ ὁποία προσαρμόζεται πολὺ καλύτερα στὴ δυναμικὴ διάκριση ποὺ κάναμε μεταξὺ εἰκόνας καὶ ὁμοίωσης. Ὁ ἄνθρωπος στὴν πρώτη δημιουργία, εἰσηγοῦνται αὐτοὶ οἱ συγγραφεῖς, ἦταν σὰν νήπιο - τέλειος ὄχι τόσο ἐνεργείᾳ, ὅσο δυνάμει. Δὲν ἦταν προικισμένος μὲ τὴν πληρότητα τῆς σοφίας καὶ τῆς δικαιοσύνης ἀλλὰ βρισκόταν ἁπλῶς σὲ μιὰ κατάσταση ἁπλότητας καὶ ἀθωότητας. «Ἦταν ἕνα παιδὶ ποὺ δὲν εἶχε ἀκόμη ἀναπτυγμένη τέλεια τὴν ἀντίληψή του», σημειώνει ὁ Εἰρηναῖος. «Ἀπαραίτητα ἔπρεπε νὰ ὡριμάσει καὶ νὰ φτάσει στὴν τελειότητα».5 Ὁ Δημιουργὸς Θεὸς ἔβαλε τὰ πόδια τοῦ Ἀδὰμ στὸ σωστὸ δρόμο, ὅμως ὁ Ἀδὰμ εἶχε μπροστά του πολλὴ ἀπόσταση νὰ διανύσει ὥσπου νὰ φτάσει στὸ τέρμα τοῦ ταξιδιοῦ του. Ὁ homo viator δὲν ταξιδεύει σ᾿ ἕνα κλειστὸ κύκλο ἀλλὰ κατὰ μῆκος μιᾶς γραμμῆς ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ πάνω.

Αὐτὸ τὸ σημεῖο δικαιώνεται ἂν δοθεῖ ἡ πραγματικὴ βαρύτητα στὴν Ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ. Λαμβάνοντας τὴ δική μας ἀνθρώπινη φύση στὴ δική του κατὰ τὴν ἐνσάρκωση καὶ «θεώνοντας» τὴν κατὰ τὴ Μεταμόρφωση, Ἀνάσταση καὶ Ἀνάληψη, ὁ Λόγος εἰσήγαγε στὴν ἀνθρωπότητα ἕνα νέο στοιχεῖο, μιὰ πιὸ πλήρη διάσταση ποὺ δὲν ὑπῆρξε σ᾿ αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἀρχή. Δὲν ἀποκατάστησε ἁπλῶς τὴν εἰκόνα ἀλλὰ χάρισε στὸ καθ᾿ ὁμοίωση πλατύτερες δυνατότητες. Τὸ τέλος ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀρχή· ἐσχατολογία δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀρχαιολογία.

Ὅμως ὅλα δὲν σταματοῦν ἐδῶ. Σύμφωνὰ μὲ τὸ Βίο τοῦ Μωυσέως τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης (330-395), ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ἡ συνεχὴς ὡρίμανσή του - ὁ Γρηγόριος τὴν ἀποκαλεῖ ἐπέκταση, ποὺ σημαίνει τὴν κίνηση εἰς τὸ πέραν, πέρα ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ βρίσκεται μπροστὰ (ἰδὲ Φιλ. 3:13) - θὰ συνεχιστεῖ ἀδιάκοπα ὄχι μόνο σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀλλὰ καὶ στὴν ἄλλη, στὴν αἰωνιότητα. Ὄχι μόνο στὴ γῆ, ἀλλ᾿ ἐξ ἴσου στὸν οὐρανό, ἡ ὡρίμανση εἶναι ἕνα χαρακτηριστικὸ τῆς ἀνθρώπινής μας προσωπικότητας. Ἀφοῦ ὁ θεὸς εἶναι ἀτελεύτητος, πιστεύει ὁ Γρηγόριος, ἡ σεσωσμένη ἀνθρώπινη φύση δὲν θὰ πάψει ποτὲ νὰ μετέχει ἔτι καὶ ἔτι πληρέστερον στὴν ἀπέραντη δόξα καὶ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνώση μας γι᾿ αὐτόν, ἐνῶ συνέχεια αὐξάνεται ποτὲ δὲν θὰ ἐξαντληθεῖ. Ἡ οὐσία τῆς τελειότητας συνίσταται παραδόξως στὸ γεγονὸς ὅτι ποτὲ δὲν γινόμαστε τέλειοι ἀλλὰ συνεχίζουμε νὰ μεταμορφωνόμαστε ἀπὸ «δόξης εἰς δόξαν» (Β´ Κορ. 6:18). Ὅπως γράφει ὁ Jean Danielou, «κάθε τέλος εἶναι μία καινούργια ἀρχή, καὶ κάθε ἄφιξη εἶναι μοναχὰ μιὰ νέα ἀναχώρηση».6 Κάθε σύνορο, στὴ σκέψη τοῦ Γρηγορίου, προϋποθέτει ἕνα πέραν· κάθε περιορισμὸς συνεπάγεται, ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι πεπερασμένος7. Ἡ αἰωνιότητα ὅπως καὶ ἡ ἱστορία δὲν εἶναι ἕνας κύκλος ἀλλὰ μία πορεία πρὸς τὰ πάνω. Δὲν εἶναι ἕνα γεωμετρικὸ σημεῖο ἀλλὰ μία ἑλικοειδὴς ἄνοδος.

Αὐτὸ λοιπὸν σημαίνει νὰ εἶσαι γνήσιος ἄνθρωπος: νὰ ἐκλέγεις, νὰ εὐχαριστεῖς, νὰ μοιράζεσαι, νὰ ὡριμάζεις. Gloria enim, Dei vivens homo, βεβαιώνει, ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος: «Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ζωντανὸς ἄνθρωπος».8 Ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ κάνουμε αὐτὴ τὴ δόξα ὁλοένα καὶ πιὸ ἐμφανῆ στὸν ἑαυτό μας. Ἂς γίνουμε περισσότερο ὅμοιοι τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ νὰ γινόμαστε ἀκόμη περισσότερο ἄνθρωποι.


Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Η Areti Maurogianni κοινοποίησε μια φωτογραφία του χρήστη Athina Eleftheriou A.

Η Areti Maurogianni κοινοποίησε μια φωτογραφία του χρήστη Athina Eleftheriou A.
8 ώρες πριν
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης: Προσέχετε τους λογισμούς σας ...
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης


Ποικίλα διδακτικά προς εν Χριστώ τελείωσή μας

* Προσέχετε τους λογισμούς σας. Η προσοχή σας κυρίως να στραφή εις το να συνάζει ταπεινούς λογισμούς. Διότι η ταπείνωσις σώζει τον άνθρωπο, και αυτή είναι κυρίως ο στόχος όλων των πνευματικών επιδιώξεων.


* Χωρίς νήψη η κάθαρσις της ψυχής και του σώματος δεν αποκτώνται, οπότε μήτε ο Θεός οπτάνεται εν αισθήσει νοός και καρδίας.
* Πολλά μας θλίβουν, πλην μακάριος είναι εκείνος ο οποίος με υπομονή και ευχαριστία διέρχεται τα θλιβερά της πρόσκαιρης ζωής.
* Πρόσεχε, παιδί μου, να μην κρίνης ουδεμία ψυχή· διότι εις τον κρίνοντα τον πλησίον παραχωρεί ο Θεός και πέφτει, για να μάθει να συμπαθει τον ασθενή αδελφό του.
Όλους μας στηρίζει το έλεος του Θεού· και εάν υπερηφανευθούμε, σηκώνει ο Θεός την χάρη του, και γινόμεθα εμείς χειρότεροι των άλλων!
* Άλλο το να κατακρίνει κανείς, και άλλο το να πολεμήται εις την κατάκριση. Το να κατακρίνεις είναι δεινό πάθος· το να πολεμήται όμως και να αντιπολεμεί, τούτο στεφάνων αιτία.
* Μην κρίνετε ο ένας τον άλλον, διότι παραβαίνετε τον ευαγγελικό νόμο, και «κάθε παράβασις και παρακοή λαμβάνει ένδικον μισθαποδοσίαν». «Τις συ ο κρίνων αλλότριον ικέτην;». Ουκ οίδατε, ότι ο κρίνων πλανάται εξ υπερηφάνειας; και ότι «πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται» υπό του Κυρίου, όταν τον καταλάβη ο πειρασμός.
* Πρέπει να υπομένη ο ένας τις αδυναμίες του άλλου· ποιος είναι τέλειος; ποιος μπορεί να καυχηθή, ότι τήρησε την καρδιά του αμόλυντη! άρα είμεθα όλοι άρρωστοι, και όποιος κατακρίνει τον αδελφό του, δεν αισθάνεται ότι είναι άρρωστος· διότι ο άρρωστος τον άρρωστο δεν τον κατακρίνει.
Η κατάκρισις είναι σοβαρό αμάρτημα· καθώς επίσης είναι σοβαρό, το να μην υπομένη κανείς του πλησίον του τις αδυναμίες!
Αγαπάτε, υπομένετε, παραβλέπετε, μην θυμώνετε, μην εξάπτεσθε, αλληλοσυγχωρείτε, για να ομοιάσητε του Χριστού μας και αξιωθήτε να είσθε κοντά του εις την βασιλεία Του.
Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου
ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ
ΜΕ ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΜΕΡΑ

ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΜΕΡΑ...

Θεε μου....Μπροστά στο μεγαλείο της Αγάπης Σου
με δέος υποκλίνεται η κάθε ύπαρξη, η κάθε μια ψυχή.
Ιησού , Αγαπημένε μου , Γλυκύτατε Χριστέ,
τα δώρα Σου αμέτρητα στην άθλια ζωή μας,
κι΄ οι ευγεργεσίες σου μεγάλες και αμέτρητες ...
Όσο κι΄ αν Σε πικράναμε...
Όσο κι΄ αν Σε πληγώσαμε...
Όσο κι΄ αν Σε πονέσαμε...
Όσο κι΄ αν Σε εγκαταλείψαμε ...
Όσο κι΄ αν Σε προδώσαμε ...
ΕΣΥ , εξακολουθείς ακόμα ...
να μας ανέχεσαι,
να μας φροντίζεις,
να μας παρηγορείς,
να μας νοιάζεσαι,
να μας προστατεύεις,
να μας ψάχνεις,
να μας αγαπάς!
Τι Μεγαλείο Χριστέ μου η Αγάπη Σου!
Σ΄ Ευχαριστούμε!
Αμην!! <3 Ο Θεος: Η Μοναδικη Λυση <3

Καλη και ευλογημενη μερα για ολους μας!!

Υ.Π. Ευχαριστουμε την ομορφη σελιδα Beautiful moments για την υπεροχη φωτο ♥
ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΜΕΡΑ...

Θεε μου....Μπροστά στο μεγαλείο της Αγάπης Σου
με δέος υποκλίνεται η κάθε ύπαρξη, η κάθε μια ψυχή.
Ιησού , Αγαπημένε μου , Γλυκύτατε Χρι...στέ,
τα δώρα Σου αμέτρητα στην άθλια ζωή μας,
κι΄ οι ευγεργεσίες σου μεγάλες και αμέτρητες ...
Όσο κι΄ αν Σε πικράναμε...
Όσο κι΄ αν Σε πληγώσαμε...
Όσο κι΄ αν Σε πονέσαμε...
Όσο κι΄ αν Σε εγκαταλείψαμε ...
Όσο κι΄ αν Σε προδώσαμε ...
ΕΣΥ , εξακολουθείς ακόμα ...
να μας ανέχεσαι,
να μας φροντίζεις,
να μας παρηγορείς,
να μας νοιάζεσαι,
να μας προστατεύεις,
να μας ψάχνεις,
να μας αγαπάς!
Τι Μεγαλείο Χριστέ μου η Αγάπη Σου!
Σ΄ Ευχαριστούμε!
Αμην!! ♥
Ο Θεος: Η Μοναδικη Λυση

Καλη και ευλογημενη μερα για ολους μας!!