Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

Λόγος γιά τόν κανόνα τοῦ κελιοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ


Λόγος γιά τόν κανόνα τοῦ κελιοῦ
Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
 Ἀπό τό βιβλίο “ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ”
Τόμος γ΄
«Μπές στό ἰδιαίτερο δωμάτιό σου, κλεῖσε τήν πόρτα σου καί προσευχήσου ἐκεῖ κρυφά στόν Πατέρα σου· καί ὁ Πατέρας σου, πού βλέπει τίς κρυφές πράξεις, θά σέ ἀνταμείψει φανερά»1. Νά πῶς ὁρίζει ὁ Χριστός τήν προσευχή στή μόνωση τοῦ κελιοῦ.
Ὁ Κύριος, πού μᾶς πρόσταξε νά προσευχόμαστε στή μόνωση, ἔκανε πολύ συχνά κι Ἐκεῖνος τό ἴδιο στή διάρκεια τῆς ἐπίγειας παρουσίας Του, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τό Εὐαγγέλιο2. Ὥστόσο, μήν ἔχοντας ποῦ νά γείρει τό κεφάλι3, ἀντί ν᾿ ἀναζητεῖ ἕνα ἥσυχο κελί, συνήθιζε νά καταφεύγει στίς σιωπηλές βουνοκορφές καί στά σκιερά ἀμπέλια.
Πρίν σταυρωθεῖ γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ὁ Κύριος προσευχήθηκε ἔξω ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ, σ᾿ ἕναν ἀπόμερο τόπο, πού λεγόταν Γεσθημανή4. Ὁ Θεάνθρωπος γονάτισε ἐκεῖ. Ἀπό τόν ἔντονο προσευχητικό ἀγώνα Του ἄφθονος ἱδρώτας, πού γινόταν σάν σταγόνες αἵματος, κυλοῦσε ἀπό τό πρόσωπό Του κι ἔπεφτε στή γῆ5. Στή Γεσθημανή ὑπῆρχαν αἰωνόβια ἐλαιόδενδρα. Τήν ἡμέρα, ὅταν ὁ ἥλιος ἔριχνε τίς ἀκτίνες του στή γῆ, ἐκεῖ ἁπλωνόταν πυκνή σκιά. Τότε, ὅμως, ἦταν νύχτα, ἡ σκοτεινή νύχτα τῆς Παλαιστίνης. Ὁ Κύριος δέν μοιραζόταν μέ κανέναν τήν προσευχή Του.Μακριά Του ἦταν οἱ κοιμισμένοι μαθητές, γύρω Του ἡ κοιμισμένη φύση. Σ᾿ αὐτόν τόν τόπο ἥρθε μέ τό ὁπλισμένο πλῆθος ὁ προδότης. Ὁ Ἰούδας γνώριζε ποῦ καί πότε συνήθιζε νά προσεύχεται ὁ Ἰησοῦς6.
Τό σκοτάδι τῆς νύχτας κρύβει τά ἀντικείμενα ἀπό τά βλέμματα τῶν περιέργων. Ἡ ἡσυχία τῆς νύχτας ἀποτρέπει τόν διασκορπισμό τοῦ νοῦ μέσω τῆς ἀκοῆς. Μέσα στό σκοτάδι καί τήν ἡσυχία μπορεῖ κανείς νά προσευχηθεῖ, προτίμησε τή νύχτα καί τή μόνωση, ὥστε, ἐκτός ἀπό τήν ἐντολή Του γιά τήν προσευχή, νά ἔχουμε καί τό παράδειγμα Του. Μήπως ὁ Ἴδιος χρειαζόταν τήν προσευχή; Ἐνῶ ὡς ἄνθρωπος ἦταν μαζί μας στή γῆ, ὡς Θεός ἦταν ἀχώριστα ἑνωμένος μέ τόν Πατέρα καί τό Πνεῦμα, τά δύο ἄλλα Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔχοντας μ᾿ Αὐτά ἐνιαία βούληση καί ἐξουσία.
«Μπές στό ἰδιαίτερο δωμάτιό σου, κλεῖσε τήν πόρτα σου καί προσευχήσου ἐκεῖ κρυφά στόν Πατέρα σου». Τήν προσευχή σου ἄς μήν τή γνωρίζει οὔτε τό ἀριστερό σου χέρι7! Ἄς μήν τή γνωρίζει οὔτε φίλος οὔτε συγγενής οὔτε κι ἡ ἴδια ἡ κενοδοξία, πού κατοικεῖ στήν καρδιά σου καί σέ παρακινεῖ νά μιλήσεις, ὑπαινικτικά ἔστω, γιά τήν προσευχητική ἄσκησή σου.Κλεῖσε τήν πόρτα τοῦ κελιοῦ σου στούς ἀνθρώπους, πού ἔρχονται ν᾿ ἁρπάξουν τήν προσευχή σου καί νά σοῦ δώσουν κούφια λόγια. Κλεῖσε τήν πόρτα τοῦ νοῦ σου στίς ἀσήμαντες σκέψεις, πού ἐμφανίζονται γιά νά σέ ἀποσπάσουν ἀπό τήν προσευχή. Κλεῖσε τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς σου στά ἁμαρτωλά αἰσθήματα, πού προσπαθοῦν νά σέ ταράξουν καί νά σέ μολύνουν, «καί προσευχήσου ἐκεῖ κρυφά στόν Πατέρα σου».

Ο ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού


        Στα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα εμφανίστηκε στην Εκκλησία μας μια νέα μορφή ζωής, ο μοναχισμός. Βεβαίως η έννοια του μονήρη βίου δεν ήταν άγνωστη στην αρχαία Εκκλησία. Οι περισσότεροι από τους αποστόλους ήταν και παρέμειναν άγαμοι, αφιερωμένοι στην ιεραποστολή της Εκκλησίας. Το ίδιο και ο απόστολος Παύλος, ο οποίος παροτρύνει τους πιστούς, όσοι επιθυμούν, να τον μιμηθούν, ώστε να αφιερωθούν απερίσπαστοι στην διακονία της Εκκλησίας (Α΄Κορ.7,7). Πολλοί πιστοί παρέμειναν «εν παρθενία» μέσα στον κόσμο, στις χριστιανικές κοινότητες. Ζούσαν βίο αυστηρό με εγκράτεια, νηστεία και προσευχή και υπηρετούσαν τους αναξιοπαθούντες συνανθρώπους τους.

Ο απολογητής της αρχαίας Εκκλησίας Αθηναγόρας (2ος αιών), έγραψε στην περίφημη απολογία του, πως «θα συναντήσεις στις χριστιανικές κοινότητες και άνδρες και γυναίκες οι οποίοι έχουν περάσει τη ζωή τους στην αγαμία, ελπίζοντας πως έτσι καλλίτερα θα ενωθούν με το Θεό». Πολλοί Πατέρες και διδάσκαλοι της αρχαίας Εκκλησίας ήταν επίσης άγαμοι, όπως ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, ο άγιος Πολύκαρπος Σμύρνης, ο Ωριγένης, και άλλοι.
      Ο αναχωρητισμός εμφανίστηκε στις αρχές του 4ου μ. Χ. αιώνα, σχεδόν με τη λήξη των φοβερών διωγμών κατά των χριστιανών. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον αναχωρητισμό ως μια μορφή διαφορετικού αγώνα με εκείνη των διωγμών. Οι αναχωρητές μοναχοί με την εθελούσια μόνωσή τους ανέλαβαν τον τιτάνιο αγώνα για την κάθαρση του κόσμου από την αμαρτία και το κακό. Ο αναχωρητής μοναχός αναλάμβανε προσωπική πάλη με τον «άρχοντα του κόσμου τούτου» (Ιωάν.12,31), τον διάβολο, και έκανε πράξη την προτροπή του Κυρίου για την εκβολή του από την δημιουργία του Θεού.
      Η μονήρης ζωή των αναχωρητών έγινε  αποδεκτή από την Εκκλησία και κατέστη τρόπος ζωής πολλών πιστών. Οι  αναχωρητές μοναχοί δεν θεωρούσαν ότι αποκόπτονται από το εκκλησιαστικό σώμα, αλλά αντίθετα μέσα στην σωματική τους μόνωση βίωναν δια της προσευχής και της άσκησης το μυστήριο της κοινωνίας της Εκκλησίας. Δεν προσεύχονταν και δεν προσεύχονται τόσο για τον εαυτό τους, όσο για τη σωτηρία του κόσμου. Πολύ γρήγορα αυτή η σωματική μόνωση αντικαταστάθηκε από τη μοναχική κοινοβιακή ζωή, η οποία υπήρξε κανόνας για την Εκκλησία μας. 

Ορθόδοξη ησυχαστική και ασκητική παράδοση


Του Μόσχου Εμμανουήλ Λαγκουβάρδου "
Τίς δε συγκατάθεσις Θεού μετά ειδώλων; Υμείς γαρ ναός Θεού εστέ ζώντος, καθώς είπεν ο Θεός." (Β΄Κορ.ΣΤ΄23-28)

Κάθε ορθόδοξος χριστιανός είναι μέρος της ορθόδοξης ησυχαστικής και ασκητικής παράδοσης.Για τους μοναχούς λέγεται ότι κάθε μοναχός είναι όλη η ησυχαστική και ασκητική παράδοση. Αν χαθούν όλα τα συγγράμματα της ορθόδοξης ησυχαστικής και ασκητικής παράδοσης, ένας μοναχός είναι σε θέση να τα ξαναγράψει. Δεν είναι ανάγκη λοιπόν να γνωρίζει ο ορθόδοξος χριστιανός , τί είναι η ορθόδοξη ησυχαστική και ασκητική παράδοση για να μιλήσει γι΄ αυτήν. Φτάνει να γνωρίζει τον εαυτό του και να μετέχει της μυστηριακής ζωής της Εκκλησίας. Όταν μας ρωτούν τί είναι ορθόδοξη ησυχαστική και ασκητική παράδοση είναι σαν να μας ρωτούν ποιοι είμαστε ή τί είναι η ζωή μας ή τί είναι Εκκλησία. Η απάντηση είναι "έρχου και ίδε". Όταν ρώτησαν τον άγιο Νείλο, τί είναι θεολογία; απάντησε. Θεολογία είναι να προσεύχεσαι σωστά. Όταν προσεύχεσαι σωστά είσαι θεολόγος. Ο άγιος Πατέρας σωστή προσευχή εννοεί την προσευχή του Ονόματος του Ιησού,την νοερά προσευχή. Στην νοερά προσευχή η προσοχή μας είναι στραμμένη στις λέξεις "Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό", τις οποίες επαναλαμβάνουμε με το νου μας αδιαλείπτως. Μια φορά ο Άγιος Αντώνιος είδε τις παγίδες του διαβόλου ανοιχτές παντού κι αναρωτήθηκε, ποιος θα σωθεί; Άκουσε τότε μια φωνή να του λέει, πάρε τις παγίδες και κανείς δεν σώζεται. Οι άγιοι, χιλιάδες χρόνια πριν από σήμερα, γνώριζαν ότι μετέχοντας στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, η σκοτεινή νύχτα μέσα μας γίνεται πιο φωτεινή από μέρα. Όταν είμαστε παιδιά ,από ένα μέχρι εφτά ή οχτώ χρονών, μπαίνουμε σ΄ ένα λαβύρινθο και την υπόλοιπη ζωή μας προσπαθούμε να βγούμε από αυτόν.Αυτό γίνεται γιατί ως παιδιά δεν έχουμε ακριβή αντίληψη των πραγμάτων. Είναι σαν να βλέπουμε αντί τα ίδια τα πράγματα, τις σκιές τους στον τοίχο. Η γάτα μοιάζει με τρομερή τίγρη που μας φοβίζει. Έτσι ο εσωτερικός μας κόσμος γεμίζει στα παιδικά μας χρόνια με τρομερά τέρατα. Η κριτική σκέψη δεν μπορεί να ρίξει φως και να δείξει στον άνθρωπο που φοβάται να κοιτάξει ότι οι φόβοι του είναι αστήρικτοι.

Το πρόβλημα της εξέλιξης της τάξης-Ο ρόλος του μοναχισμού Alexander Schmemann, Η Εκκλησία προσευχόμενη, εισαγωγή στη λειτουργική θεολογία,


 
Για να κατανοήσουμε το μοναδικό ρόλο που έπαιξε ο μοναχισμός στην ιστορία της λατρείας, είναι απαραίτητο πρώτα να θυμηθούμε τη γενική εκκλησιαστική σημασία του μοναχισμού, τη θέση και τη σημασία του κατά την εποχή που εμφανίστηκε. Είναι γνωστό ότι οι απαρχές της μοναστικής κίνησης αναζητούνται σε ποικίλες αιτίες, αλλ' η εποχή που οι μελετητές ενθουσιάζονταν απ' αυτές τις φανταστικές υποθέσεις ευτυχώς έχει περάσει. Η στενή σχέση του βασικού μοναχικού ιδεώδους προς το ιδεώδες και την έναντι του κόσμου στάση της αρχαίας Εκκλησίας, όπως και η προέλευση του αρχαίου μοναχισμού από τον ηθικό και πνευματικό μαξιμαλισμό της εποχής, πριν από τη σύνοδο της Νίκαιας, θα πρέπει να θεωρηθούν σαν δεδομένες και αποδεδειγμένες. Η θεμελιακή αυτή σχέση δεν αποκλείει, φυσικά, ούτε την πρωτοτυπία μερικών μορφών ζωής και ασκητισμού που υιοθέτησε ο μοναχισμός, ούτε τη δυνατότητα εξωτερικών επιδράσεων που ασκήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της εξέλιξης, ούτε ακόμη τον σωστά ονομαζόμενο πλουραλισμό των μοναχικών "ιδεολογιών", που αφορά το σκοπό και την πορεία αυτής της εξέλιξης. Γενικά υπάρχει μια αναντίλεκτη σχέση προς την αρχαία χριστιανική κλήση ότι "ἑνός ἐστί χρεία" (Λουκ. 10, 42). Κι αυτή ακριβώς η βαθιά σχέση μεταξύ μοναχισμού και πρωτοχριστιανικού κηρύγματος είναι εκείνη που εξηγεί την εξαιρετική και γρήγορη επιτυχία του από τα σχεδόν πρώτα-πρώτα χρόνια της ύπαρξης της Εκκλησίας. Πολύ γρήγορα ο μοναχισμός έγινε ένα είδος κέντρου έλξης στη ζωή της Εκκλησίας, ένας από τους μεγάλους πόλους της εκκλησιαστικής κοινότητας. Φαίνεται πως έχει δίκαιο ο Bouyer ό ταν αναζητεί τη φύση και την επιτυχία του μοναχισμού στον εσχατολογικό του χαρακτήρα, στο ότι, δηλαδή, ενσάρκωνε την εξωκόσμια ουσία του Ευαγγελίου, τη στιγμή μάλιστα που η Εκκλησία κινδύνευε να εκφυλιστεί σε μια "φυσική" τάξη και να ξεχάσει ότι ανήκε στον αιώνα της βασιλείας του Θεού (1). Ο μοναχισμός ξεπρόβαλλε σαν μια σχεδόν ασυνείδητη και ενστικτώδης αντίδραση στην εκκοσμίκευση της Εκκλησίας -όχι μόνο με την έννοια της έκπτωσης των ηθικών της ιδανικών και του πάθους για αγιότητα, αλλά και με την έννοια της εισόδου της, ας το πούμε έτσι, στη "διακονία του κόσμου", του κράτους, της κοινωνίας, των φυσικών αξιών στη διακονία καθενός που (μετά την πτώση της ειδωλολατρίας) περίμενε να πάρει από το χριστιανισμό μια θρησκευτική "επικύρωση" και "καθιέρωση". "Στην κυριολεξία", γράφει ο L . Βο uyer, "ο μοναχισμός δεν έφερε τίποτε το ουσιαστικά καινούριο στην Εκκλησία. Αποτελούσε μόνο έκφραση, με νέα μορφή όπως απαιτούσαν οι περιστάσεις, του εσχατολογικού χαρακτήρα του χριστιανισμού, που τόσο έντονα ζούσαν οι πρώτοι χριστιανοί και του οποίου ενσάρκωση αποτελούσε το μαρτύριο» (2). Εάν στο μοναχισμό η απάρνηση του κόσμου έπαιρνε τέτοιες ριζικές μορφές, ώστε σχεδόν να εξαφανίζεται το αρχικό κοσμικό στοιχείο της χριστιανικής πίστης και μερικές φορές να γίνεται άρνηση των αξιών του κόσμου και του ανθρώπου, αυτό μπορεί να εξηγηθεί, τουλάχιστον μερικώς, από το φόβο εκκοσμίκευσης των μελών της Εκκλησίας. Και είναι δυνατό να υπολογίσουμε την έκταση αυτής της εκκοσμίκευσης, διαβάζοντας τα ομιλητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου που σώθηκαν. Από την άποψη αυτή αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε αυτή την de facto συμφωνία που έγινε μεταξύ εκκλησιαστικής ιεραρχίας και μοναχισμού, που στο Βυζάντιο οδήγησε στον τελικό έλεγχο της Εκκλησίας από τους μοναχούς. Η επίδραση του μοναχισμού στη λειτουργική εξέλιξη αυτής της περιόδου θα πρέπει λοιπόν να εξηγηθεί κάτω από το φως αυτής της βασικής σχέσης μοναχικής κίνησης και νέας θέσης της Εκκλησίας στον κόσμο.

Εκκλησία και ο Μέγας Αντώνιος Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.


Εκκλησία και ο Μέγας Αντώνιος
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
1. Δεν είναι αναχρονιστική η συνάφεια. Παρόμοιο διαθρησκειακό και διαχριστιανικό περιβάλλον.

Στο τελευταίο μας άρθρο με τίτλο «Μακράν της οδού των Αγίων Πατέρων η συνάντηση Βαρθολομαίου και πάπα» είχαμε εξαγγείλει ότι θα συνεχίζαμε την έκθεση των εκτιμήσεών μας με βάση τη διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα στους βίους των Αγίων Πατέρων και διδασκάλων. Επειδή μάλιστα ο Άγιος Σπυρίδων, ο θαυματουργός πολιούχος της Κέρκυρας, έδιωξε τον πάπα μέσα από τον ναό του με ένα εντυπωσιακό θαύμα που έκανε, ενώ οι σημερινοί προκαθήμενοι, τον εισάγουν στους ορθόδοξους ναούς, τον ασπάζονται, τον θυμιάζουν και τον πολυχρονίζουν, σχεδιάσαμε να παρουσιάσουμε αυτό το θαύμα, όπως το διασώζει και το σχολιάζει ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, μεγάλος λόγιος και διδάσκαλος του Γένους και μέλος της τριάδος των Αγίων Κολλυβάδων του 18ου αιώνος. Ο σχεδιασμός αυτός και η προτεραιότητα παραμένει, με μία μικρή χρονική παρέκκλιση, λόγω της εορτολογικής συγκυρίας.


Η μνήμη του Μεγάλου Αντωνίου, σε ναό του οποίου στη Θεσσαλονίκη υπηρετούμε με τη χάρη του Θεού και την ευλογία του Αγίου ήδη δεκατρία χρόνια, μας έδωσε την ευκαιρία και πάλι να εντρυφήσουμε στο θαυμάσιο «βίο»   του, πρότυπο από πλευράς γραμματολογικής όλων των μεταγενέστερων «βίων» Αγίων, τον οποίο συνέγραψε ο διατελέσας μαθητής του αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας και στύλος της Ορθοδοξίας, όντως Μέγας Αθανάσιος.

Γέροντας Αιμιλιανός, Προηγούμενος Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Ο Κανόνας και η προσευχή στη ζωή του μοναχού


Ας προχωρήσωμε σε ένα άλλο στοιχείο, που έχει σχέσι με την εγρήγορσι και την χαρά και είναι ό κανόνας. Αυτό είναι το καθημερινό φαγοπότι του ανθρωπου, στην γλώσσα δε των ασκητικών Πατέρων αποκαλείται «λειτουργία». Όταν οι ασκητικοί Πατέρες ομιλούν περί λειτουργίας, δεν εννοούν την θεία λειτουργία. Αυτήν σπανίως την είχαν. Θεία μετάληψι μπορεί να είχαν συχνότερα, αλλά λειτουργίες είχαν αραιά, και μάλιστα οι ασκηταί. Την καθημερινή τους όμως λειτουργία, δηλαδή τον κανόνα τους δεν τον παρέλειπαν ποτέ, διότι ο κανόνας είναι η ώρα της ιδιαίτερης πάλης με τον Θεόν. Τότε μπορεί κανείς να κερδίζη τον Θεόν ή να τον χάνη. Ο κανόνας είναι ο τρόπος και το ποσόν και το ποιόν της αγρυπνίας του κάθε μοναχού. Προφανώς, δεν εννοούμε τις κοινές αγρυπνίες στον ναό. Εκείνες είναι κάτι άλλο, μία κοινή παράστασις ενώπιον του Θεού. Ο κανόνας είναι η αγρυπνία που κάνομε κάθε ημέρα στο κελλί μας, είναι το μεδούλι της υπάρξεώς μας, το λεπτότερο και το σοβαρώτερο μέρος της μοναστικής ζωής· δείχνει εάν έχωμε Θεόν ή δεν έχωμε, αν έχωμε διάθεσι να τον αποκτήσωμε ή όχι.
Όποιος δεν έχει κανόνα, ασφαλώς αυταπατάται ότι έχει Άγιον Πνεύμα. Δεν υπάρχει Άγιον Πνεύμα «ενεργούν και λαλούν εν ημίν», εφ’ όσον δεν έχομε νυκτερινή ζωή. Και εάν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για νυκτερινή ζωή, τουλάχιστον πρέπει να υπάρχη ο πόθος και η λαχτάρα να τις δημιουργήσωμε, ώστε κάποτε να έχωμε αυτή την νυκτερινή ζωή. Ο Θεός θα δη τον πόθο και θα μας τον πραγματώση.
Πότε όμως θα κάνωμε τον κανόνα μας και πότε θα αναπαυώμαστε; Υπάρχει μεγάλη ποικιλία ως προς το θέμα της αναπαύσεως. Πολλοί Πατέρες κοιμούνταν λίγο το πρωί, άλλοι λίγο το βράδυ, άλλοι μία ώρα το εικοσιτετράωρο. Άλλοι όμως κοιμούνταν τρεις ώρες, άλλοι έξι ώρες, άλλοι επτά ώρες, ανάλογα με την προσωπική αντοχή και τον τρόπο ζωής τους και με την αγωγή που είχαν λάβει. Το βέβαιο είναι ότι αυτή η λειτουργία φέρνει τον φωτισμό στην ψυχή και την ένωσι με τον Θεόν. Στην αγρυπνία φωτίζεται ο άνθρωπος, καθαρίζεται η διάνοιά του, φεύγουν οι λογισμοί, μένει μόνος του ο νους, οπότε μπορεί να αναπετάννυται, να ανέχεται προς τον Θεόν, να τον χαίρεται, να τον αγαπά, να τον γνωρίζη, διότι είναι πλέον ο Θεός του και όχι κάποιος άγνωστος Θεός. Βεβαίως, όσο άγνωστος και να είναι ο Θεός μας, δεν θα εγκαταλείψωμε την αγρυπνία μας. Θα κουρασθούμε, θα ταλαιπωρηθούμε, για να ζήσωμε μαζί του.
Εάν οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν βωμό αφιερωμένο «τω αγνώστω Θεώ», πόσο μάλλον έχομε εμείς. Για να λέμε την αλήθεια, για τους πιο πολλούς ανθρώπους ο Θεός είναι άγνωστος, πέρα από τα σύννεφα, μέσα στον γνόφο. Είναι ένας Θεός που δεν τον ζούμε, δεν τον νοιώθομε, δεν τον ξέρομε. Γι’ αυτό ακριβώς και η πνευματική μας ζωή είναι δύσκολη. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να αδολεσχούμε στην αγρυπνία μας, γι’ αυτό δεν μπορούμε να καθίσωμε περιορισμένοι στην λατρεία. Δεν νοιώθομε τον Θεόν, δεν τον ξέρομε, δεν τον αγαπούμε, ο Θεός δεν μας συγκινεί, δεν σημαίνει τίποτε για μας. Η προσευχή και η αγρυπνία των περισσοτέρων ανθρώπων, καμιά φορά και των μοναχών, είναι ένα πηχτό σκοτάδι.
Παρ’ όλα αυτά, ο φωτισμός της ψυχής και η ένωσις με τον Θεόν, δηλαδή η οικειοποίησις του προσωπικού Θεού γίνεται κατ’ αυτές τις ώρες. Είναι σκληρές ώρες, επειδή είμαστε χωρίς Θεόν και καλούμεθα να τον αποκτήσωμε. Ο Θεός όμως υπάρχει. Ξέρομε ότι ο Θεός είναι στο είναι μας, στην ατμόσφαιρα, στο μοναστήρι, είναι πανταχού παρών. Εν τούτοις, εμείς ζούμε ως «άθεοι εν τω κόσμω», δεν διαφέρομε ούτε από τους αμαρτωλούς ούτε από τους τελώνες ούτε από τις πόρνες ούτε από τους εγκληματίες. Μπορεί να έχωμε «άπασαν την δικαιοσύνην», αλλά το θέμα είναι: έχω προσωπικόν Θεόν εγώ; υπηρετώ τον Θεόν; τον είδα; τον κατάλαβα; με φώτισε εμένα ο Θεός; Όχι τί μου είπε στο όνειρό μου, στο όνειρο που κάνω εγώ, αλλά ποιά μετοχή έχει η υπαρξίς μου στην ζωή του Θεού.