Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

Εκκλησία και ο Μέγας Αντώνιος Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.


Εκκλησία και ο Μέγας Αντώνιος
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
1. Δεν είναι αναχρονιστική η συνάφεια. Παρόμοιο διαθρησκειακό και διαχριστιανικό περιβάλλον.

Στο τελευταίο μας άρθρο με τίτλο «Μακράν της οδού των Αγίων Πατέρων η συνάντηση Βαρθολομαίου και πάπα» είχαμε εξαγγείλει ότι θα συνεχίζαμε την έκθεση των εκτιμήσεών μας με βάση τη διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα στους βίους των Αγίων Πατέρων και διδασκάλων. Επειδή μάλιστα ο Άγιος Σπυρίδων, ο θαυματουργός πολιούχος της Κέρκυρας, έδιωξε τον πάπα μέσα από τον ναό του με ένα εντυπωσιακό θαύμα που έκανε, ενώ οι σημερινοί προκαθήμενοι, τον εισάγουν στους ορθόδοξους ναούς, τον ασπάζονται, τον θυμιάζουν και τον πολυχρονίζουν, σχεδιάσαμε να παρουσιάσουμε αυτό το θαύμα, όπως το διασώζει και το σχολιάζει ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, μεγάλος λόγιος και διδάσκαλος του Γένους και μέλος της τριάδος των Αγίων Κολλυβάδων του 18ου αιώνος. Ο σχεδιασμός αυτός και η προτεραιότητα παραμένει, με μία μικρή χρονική παρέκκλιση, λόγω της εορτολογικής συγκυρίας.


Η μνήμη του Μεγάλου Αντωνίου, σε ναό του οποίου στη Θεσσαλονίκη υπηρετούμε με τη χάρη του Θεού και την ευλογία του Αγίου ήδη δεκατρία χρόνια, μας έδωσε την ευκαιρία και πάλι να εντρυφήσουμε στο θαυμάσιο «βίο»   του, πρότυπο από πλευράς γραμματολογικής όλων των μεταγενέστερων «βίων» Αγίων, τον οποίο συνέγραψε ο διατελέσας μαθητής του αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας και στύλος της Ορθοδοξίας, όντως Μέγας Αθανάσιος.

Γέροντας Αιμιλιανός, Προηγούμενος Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Ο Κανόνας και η προσευχή στη ζωή του μοναχού


Ας προχωρήσωμε σε ένα άλλο στοιχείο, που έχει σχέσι με την εγρήγορσι και την χαρά και είναι ό κανόνας. Αυτό είναι το καθημερινό φαγοπότι του ανθρωπου, στην γλώσσα δε των ασκητικών Πατέρων αποκαλείται «λειτουργία». Όταν οι ασκητικοί Πατέρες ομιλούν περί λειτουργίας, δεν εννοούν την θεία λειτουργία. Αυτήν σπανίως την είχαν. Θεία μετάληψι μπορεί να είχαν συχνότερα, αλλά λειτουργίες είχαν αραιά, και μάλιστα οι ασκηταί. Την καθημερινή τους όμως λειτουργία, δηλαδή τον κανόνα τους δεν τον παρέλειπαν ποτέ, διότι ο κανόνας είναι η ώρα της ιδιαίτερης πάλης με τον Θεόν. Τότε μπορεί κανείς να κερδίζη τον Θεόν ή να τον χάνη. Ο κανόνας είναι ο τρόπος και το ποσόν και το ποιόν της αγρυπνίας του κάθε μοναχού. Προφανώς, δεν εννοούμε τις κοινές αγρυπνίες στον ναό. Εκείνες είναι κάτι άλλο, μία κοινή παράστασις ενώπιον του Θεού. Ο κανόνας είναι η αγρυπνία που κάνομε κάθε ημέρα στο κελλί μας, είναι το μεδούλι της υπάρξεώς μας, το λεπτότερο και το σοβαρώτερο μέρος της μοναστικής ζωής· δείχνει εάν έχωμε Θεόν ή δεν έχωμε, αν έχωμε διάθεσι να τον αποκτήσωμε ή όχι.
Όποιος δεν έχει κανόνα, ασφαλώς αυταπατάται ότι έχει Άγιον Πνεύμα. Δεν υπάρχει Άγιον Πνεύμα «ενεργούν και λαλούν εν ημίν», εφ’ όσον δεν έχομε νυκτερινή ζωή. Και εάν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για νυκτερινή ζωή, τουλάχιστον πρέπει να υπάρχη ο πόθος και η λαχτάρα να τις δημιουργήσωμε, ώστε κάποτε να έχωμε αυτή την νυκτερινή ζωή. Ο Θεός θα δη τον πόθο και θα μας τον πραγματώση.
Πότε όμως θα κάνωμε τον κανόνα μας και πότε θα αναπαυώμαστε; Υπάρχει μεγάλη ποικιλία ως προς το θέμα της αναπαύσεως. Πολλοί Πατέρες κοιμούνταν λίγο το πρωί, άλλοι λίγο το βράδυ, άλλοι μία ώρα το εικοσιτετράωρο. Άλλοι όμως κοιμούνταν τρεις ώρες, άλλοι έξι ώρες, άλλοι επτά ώρες, ανάλογα με την προσωπική αντοχή και τον τρόπο ζωής τους και με την αγωγή που είχαν λάβει. Το βέβαιο είναι ότι αυτή η λειτουργία φέρνει τον φωτισμό στην ψυχή και την ένωσι με τον Θεόν. Στην αγρυπνία φωτίζεται ο άνθρωπος, καθαρίζεται η διάνοιά του, φεύγουν οι λογισμοί, μένει μόνος του ο νους, οπότε μπορεί να αναπετάννυται, να ανέχεται προς τον Θεόν, να τον χαίρεται, να τον αγαπά, να τον γνωρίζη, διότι είναι πλέον ο Θεός του και όχι κάποιος άγνωστος Θεός. Βεβαίως, όσο άγνωστος και να είναι ο Θεός μας, δεν θα εγκαταλείψωμε την αγρυπνία μας. Θα κουρασθούμε, θα ταλαιπωρηθούμε, για να ζήσωμε μαζί του.
Εάν οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν βωμό αφιερωμένο «τω αγνώστω Θεώ», πόσο μάλλον έχομε εμείς. Για να λέμε την αλήθεια, για τους πιο πολλούς ανθρώπους ο Θεός είναι άγνωστος, πέρα από τα σύννεφα, μέσα στον γνόφο. Είναι ένας Θεός που δεν τον ζούμε, δεν τον νοιώθομε, δεν τον ξέρομε. Γι’ αυτό ακριβώς και η πνευματική μας ζωή είναι δύσκολη. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να αδολεσχούμε στην αγρυπνία μας, γι’ αυτό δεν μπορούμε να καθίσωμε περιορισμένοι στην λατρεία. Δεν νοιώθομε τον Θεόν, δεν τον ξέρομε, δεν τον αγαπούμε, ο Θεός δεν μας συγκινεί, δεν σημαίνει τίποτε για μας. Η προσευχή και η αγρυπνία των περισσοτέρων ανθρώπων, καμιά φορά και των μοναχών, είναι ένα πηχτό σκοτάδι.
Παρ’ όλα αυτά, ο φωτισμός της ψυχής και η ένωσις με τον Θεόν, δηλαδή η οικειοποίησις του προσωπικού Θεού γίνεται κατ’ αυτές τις ώρες. Είναι σκληρές ώρες, επειδή είμαστε χωρίς Θεόν και καλούμεθα να τον αποκτήσωμε. Ο Θεός όμως υπάρχει. Ξέρομε ότι ο Θεός είναι στο είναι μας, στην ατμόσφαιρα, στο μοναστήρι, είναι πανταχού παρών. Εν τούτοις, εμείς ζούμε ως «άθεοι εν τω κόσμω», δεν διαφέρομε ούτε από τους αμαρτωλούς ούτε από τους τελώνες ούτε από τις πόρνες ούτε από τους εγκληματίες. Μπορεί να έχωμε «άπασαν την δικαιοσύνην», αλλά το θέμα είναι: έχω προσωπικόν Θεόν εγώ; υπηρετώ τον Θεόν; τον είδα; τον κατάλαβα; με φώτισε εμένα ο Θεός; Όχι τί μου είπε στο όνειρό μου, στο όνειρο που κάνω εγώ, αλλά ποιά μετοχή έχει η υπαρξίς μου στην ζωή του Θεού.

Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

Κριτική Θεώρησις της πορείας του Οικουμενικού διαλόγου ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ

Κριτική Θεώρησις της πορείας του Οικουμενικού διαλόγου



Κριτική Θεώρησις της πορείας του Οικουμενικού διαλόγου
Σύνοδος 1895: Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων
ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ∆ΙΑΛΟΓΟΥ
Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος (Πόποβιτς) διεῖδε τὴν κατάληξιν τῶν οἰκουμενιστικῶν σχέσεων. Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὸ Π.Σ.Ε. τὸ 1961. Ὁ καθ. Ἰωάννης Καρμίρης ἐδήλωσε τὸ 1953: ἡ ἄνευ ὅρων συμμετοχὴ τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς δογματικὰ συνέδρια δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν διδασκαλίαν τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν μεγάλων Πατέρων αὐτῆς.
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ
Εἰς τὴν Σχολὴν Γονέων Κατερίνης, τὴν 22αν Φεβρουαρίου 2016, ὡμίλησαν ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνὸς καὶ ὁ Μοναχὸς π. Ἀρσένιος Βλιαγκόφτης. Ὁ μὲν πρῶτος προέβη εἰς μίαν κριτικὴν θεώρησιν τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἐνῶ ὁ π. Ἀρσένιος παρουσίασε προβλήματα τῆς ἑτοιμαζομένης Πανορθοδόξου Συνόδου μὲ βάσιν τὶς ἐπιστολὲς πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τοῦ Ἁγίου Ναυπάκτου, τοῦ Ἁγίου Λεμεσοῦ καὶ τοῦ Καθηγητοῦ Δ. Τσελεγγίδη. Εἰς τὴν συνέχειαν δημοσιεύεται τὸ κείμενον τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ.
1. Ἡ τραγῳδία τοῦ σχίσµατος (1054) καὶ ἡ ὀδυνηρὴ παράτασή της, ὡς καὶ οἱ καταθλιπτικὲς πολιτικὲς ἐξελίξεις στὸν χῶρο τῆς Ἀνατολῆς, λειτούργησαν ὡς προϋπόθεση µιᾶς σειρᾶς διαλογικῶν προσπαθειῶν γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας, µὲ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν αἱρετικῶν - σχισµατικῶν στὸ ἕνα καὶ ἀδιαίρετο ἐκκλησιαστικὸ σῶµα γιὰ τὴν σωτηρία τους: Μὲ τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσµατα τὸ ἕνα καὶ ἀδιάτµητο ἐκκλησιαστικὸ σῶµα, ὡς σῶµα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, δὲν διαιρεῖται, ἀλλὰ -κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστοµο- «τὸ σεσηπὸς ἐκκόπτεται». Ὁ διάλογος ἀνήκει στὴν οὐσία τοῦ αὐθεντικοῦ Χριστιανισµοῦ, ἔχει δὲ εἰσαχθεῖ καὶ ἐξαγιασθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ∆ηµιουργὸ στὸν ἀνθρώπινο βίο. «∆εῦτε διαλεχθῶµεν» λέγει ὁ Θεὸς (Ἡσ. 1, 18) στὸ πλάσµα Του. Ἡ λατρεία µας, ἄλλωστε, εἶναι ἕνας συνεχὴς διάλογος Πλάστου καὶ πλάσµατος γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως καὶ ἡ «ἀτοµική» προσευχή. Τὴν ὁδὸ τοῦ διαλόγου µὲ τὰ ἀποσχιζόµενα ἀπὸ τὸ Σῶµα τοῦ Χριστοῦ τέκνα της ἀκολουθεῖ ἡ Ὀρθοδοξία.
Μετὰ τὸ µεγάλο σχίσµα (1054)καὶ ὥς τὸν 15ο αἰώνα ἔγιναν, µεταξὺ ∆υτικῆς καὶ Ἀνατολικῆς Χριστιανοσύνης - Ὀρθοδοξίας δηλαδὴ καὶ Παπισµοῦ - περισσότεροι ἀπὸ 11 διάλογοι, µὲ κορύφωση τὴν Σύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας (1438-39), ποὺ ἀπεδείχθη ψευδοσύνοδος - οὐνιτικὴ καὶ αἱρετικὴ καὶ γι᾽ αὐτὸ τὴν ἀπέρριψε ἡ Ὀρθοδοξία, ἐνῶ ὁ Παπισµὸς προσπαθεῖ αἰῶνες τώρα νὰ τὴν ἐπιβάλει στὴν Ὀρθόδοξο Ἀνατολή.
Οἱ πρὸ τῆς ἁλώσεως (1453) ἑνωτικοὶ διάλογοι ἦσαν καταδικασµένοι σὲ ἀποτυχία ἀπὸ τὴν γένεσή τους, διότι κινητήρια δύναµή τους ἦταν ἡ πολιτικὴ στοχοθεσία τῆς διασώσεως τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους καὶ τῶν συνδεοµένων µὲ αὐτὸ ὑλικῶν συµφερόντων. Αὐτὸ - τηρουµένων τῶν ἀναλογιῶν - εἶναι εὐδιάκριτο καὶ στὶς σηµερινὲς οἰκουµενι(στι)κὲς σχέσεις, µὲ τὴ σχετικοποίηση τῆς Πίστεως καὶ τὴν «Χρήση» της ἀπὸ τοὺς διαλεγοµένους, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση «σκοπιµοτήτων κοσµικοῦ χαρακτῆρος, ἐπιβαλλοµένων ἀπὸ τὴν Νέα Παγκόσµια Τάξη (Νέα Ἐποχή - New Age), ποὺ τελικὰ κατευθύνει καὶ τοὺς διαχριστιανικοὺς καὶ τοὺς διαθρησκειακοὺς διαλόγους πρὸς πραγµάτωση τῆς «Πανθρησκείας» καὶ τὴν ἐπίτευξη τῆς «Παγκοσµιοποίησης». 
2. Προσπάθειες διαχριστιανικοῦ διαλόγου ἔγιναν καὶ µετὰ τὴν ἅλωση (1453), στὴν διάρκεια τῆς δουλείας. Ἡ στάση τῆς Ὀρθοδοξίας, σ᾽ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς δουλείας (ὀθωµανοκρατίας καὶ λατινοκρατίας), ὑπαγορευόταν ἀπὸ τὴν Πίστη στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν (σώζουσα) Ἀλήθεια, καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν πολιτικὴ κατάσταση, ὅπως θέλουν οἱ «ἐπιφανεῖς» οἰκουµενιστές µας. Ἡ ὑπόδουλη Ρωµηοσύνη ἐγνώριζε τὴν ἀποχριστιανοποιηµένη «∆ύση» περισσότερο καὶ αὐθεντικότερα ἀπὸ ὅσο οἱ οὐνιτίζοντες ἡµέτεροι σήµερα, ποὺ οἱ ἀγαπολογικὲς σχέσεις ὁδηγοῦν σὲ συσκότιση τῆς συνειδήσεως καὶ συνεχεῖς ὑποχωρήσεις. Τὰ βασικὰ πορίσµατα τῆς ἔρευνας γιὰ τὴν στάση τῶν Ὀρθοδόξων, καὶ µάλιστα τοῦ Οἰκουµενικοῦ µας Πατριαρχείου, κατὰ τὴν δουλεία, µποροῦν νὰ συνοψισθοῦν στὰ ἑξῆς:
α) Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπὸ τὸν 15ο ὥς τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα παρέµεινε ἀµετακίνητη στὴ στάση της ἀπέναντι στὸν δυτικὸ χριστιανισµό, τὸν Παπισµὸ καὶ τὸν Προτεσταντισµὸ (Λουθηριανισµό, Καλβινισµό, κ.λπ.) καὶ τὸν Ἀγγλικανισµό, ποὺ χαρακτηρίζονται σαφῶς ὡς αἱρέσεις καὶ ἀποσχίσεις ἀπὸ τὴ Μία Ἐκκλησία, τὴν Ὀρθοδοξία.
β) Ἐκφράζεται θετικὰ ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ πίστη καὶ ἀποκρούονται οἱ πλάνες τῶν δυτικοχριστιανικῶν Ὁµάδων, διότι ἔχουν στερηθεῖ τὸν χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας.
γ) Παραµένει, ἔτσι, ἀκµαία ἡ ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία, κατὰ τὴν ὁποία «ὁ µικρόν τι τούτων παραβαίνων ὡς σχισµατικὸς καὶ αἱρετικὸς κατακρίνεται καὶ ἀναθεµατίζεται καὶ ἀκοινώνητος παρὰ πᾶσι λογίζεται». ∆ὲν πρόκειται γιὰ ἀθεµελίωτη ἐχθρότητα, ἀλλὰ γιὰ ὁµολογία τῆς ἀληθείας. 
δ) Ὁµολογεῖται, ἐπίσης, χωρὶς περιστροφές, ὅτι «αὐτὴ µόνη ἡ τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων (πάλαι µὲν Ἑλλήνων, νῦν δὲ Γραικῶν καὶ Νέων Ρωµαίων διὰ τὴν Νέαν Ρώµην καλουµένων) Χριστιανῶν πίστις ἐστὶν ἀληθὴς µόνη ἀκραιφνεστάτη».
ε) Μόνη, συνεπῶς, παραδεκτὴ βάση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως εἶναι ἡ ἀπόλυτος «ἑνότης τῆς πίστεως καὶ ἡ ὁµοφροσύνη στὴν πίστη τῶν Ἀποστόλων, καὶ τῶν Πατέρων, στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὶς Οἰκουµενικὲς Συνόδους, κατὰ τὴν σχετικὴ δήλωση τοῦ Ἁγίου Μάρκου: «Ἐν τοῖς θείοις δόγµασιν οὐδαµοῦ χώραν ἔχει ποτὲ ἡ οἰκονοµία ἢ συγκατάβασις».
στ) Ἡ στάση αὐτὴ κορυφώνεται µὲ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδο τοῦ 1895, ἡ ὁποία ἀπήντησε στὸν Πάπα Λέοντα ΙΓ´ ποὺ ἐκάλεσε τοὺς Ὀρθοδόξους σὲ ἕνωση, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι «ἡ Ἐκκλησία τῶν ἑπτὰ Οἰκουµενικῶν Συνόδων καὶ τῶν ἐννέα πρώτων αἰώνων τοῦ Χριστιανισµοῦ, ἑποµένως ἡ µία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, στύλος καὶ ἑδραίωµα τῆς ἀληθείας». Συνεπῶς, ἡ ἕνωση πρέπει νὰ γίνῃ «ἐν τῷ ἑνὶ κανόνι τῆς πίστεως καὶ ἐπὶ τοῦ θεµελίου τῆς ἀποστολικῆς καὶ πατροπαραδότου διδασκαλίας». Εἰδικὰ ὁ Παπισµὸς χαρακτηρίζεται «Ἐκκλησία τῶν καινοτοµιῶν, τῆς νοθεύσεως τῶν συγγραµµάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων καὶ τῆς τε ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ὅρων τῶν ἁγίων Συνόδων», «Οὐδέποτε ἐθεωρήθη ὁ Ἐπίσκοπος Ρώµης ὡς ἡ ἀνωτάτη ἀρχὴ καὶ ἀλάνθαστος κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας». 
Σήµερα οἱ ὑψηλόβαθµοι Οἰκουµενιστὲς θεωροῦν τὸν Πάπα (καὶ ὡς αἱρετικὸν) κανονικὸ Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώµης, ποὺ χαρακτηρίζεται «ἀδελφὴ Ἐκκλησία», ὅπως δηλαδὴ τὰ Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα! 
3. Ἡ ἀταλάντευτη αὐτὴ στάση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησιαστικῆς Ἡγεσίας ἀπέναντι στὴν ἑτερόδοξη ∆ύση ἄλλαξε ἐπίσηµα στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἐπὶ πατριαρχίας Ἰωακεὶµ τοῦ Γ΄(†1912). Ἡ ἀσυνέχεια αὐτὴ γίνεται ἀντιληπτὴ καὶ µόνο µὲ τὴν σύγκριση τῶν δογµατικοσυµβολικῶν κειµένων, ἀπὸ τὸ 1902 καὶ ἑξῆς, µὲ ἐκεῖνα τοῦ 19ου αἰώνα. 
Αὐτὸ ὅµως σηµαίνει, ὅτι ἐγκαινιάζεται στὸ ἐθναρχικὸ Κέντρο µία νέα στάση ἀπέναντι στὴν ἀποκρουόµενη ὣς τότε ∆ύση, κατὰ τὸ πνεῦµα τοῦ φιλοδυτικισµοῦ καὶ τῶν «οἰκουµενικῶν σχέσεων». Τὸ κύριο σηµεῖο ἀναφορᾶς δὲν θὰ εἶναι πλέον ἡ Ἀνατολή, ἀλλὰ ἡ ∆ύση, µὲ ὅ,τι αὐτὴ ἐκφράζει. Ἡ ἀλλαγὴ αὐτὴ ὁριοθετεῖται ἀπὸ τρία σπουδαῖα Κείµενα τοῦ Οἰκουµενικοῦ Θρόνου, τὴν Ἐγκύκλιο τοῦ πατριάρχου Ἰωακεὶµ Γ΄ τὸ 1902, τὸ ∆ιάγγελµα τοῦ 1920 καὶ τὴν Ἐγκύκλιο τοῦ 1952. Ἡ πρώτη πραγµατοποιεῖ τὸ οἰκουµενιστικὸ ἄνοιγµα στὴν ∆υτικὴ Χριστιανοσύνη, ἐνῶ τὰ ἄλλα ἔχουν καθαρὰ προγραµµατικὸ χαρακτήρα, ἐγκαινιάζοντας καὶ προωθώντας τὴν πορεία πρὸς τὸν Οἰκουµενισµὸ µὲ τὴν «Οἰκουµενικὴ Κίνηση». Ἡ συµµετοχή µας σ’ αὐτὴν ὁδήγησε στὶς σηµερινὲς ἐλεγχόµενες ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη συνείδηση σχέσεις. Τὴν ἐπελθοῦσα ἀλλαγὴ µαρτυρεῖ ἡ χρησιµοποιούµενη γλώσσα. Οἱ «ἀναδενδράδες», ὅπως χαρακτηρίσθηκαν οἱ δυτικὲς χριστιανικὲς ὁµάδες τὸ 1902, γίνονται τὸ 1920 «Ἐκκλησίες», κάτι, βέβαια, ποὺ ἐπαινεῖται ἀπὸ τοὺς Οἰκουµενιστές, δικούς µας καὶ ξένους. Αὐτὸ ὅµως σηµαίνει προοδευτικὴ ἐξίσωση τῶν δυτικῶν Ὁµολογιῶν µὲ τὴν Μία Ἐκκλησία, τὴν Ὀρθοδοξία. Στὸ σηµεῖο αὐτὸ εἶναι περισσότερο εἰλικρινὴς ὁ Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ´, ὅταν τὸ 2008 ἀρνήθηκε στὸν Προτεσταντισµὸ τὸν χαρακτήρα τῆς «Ἐκκλησίας», τὴν Ὀρθοδοξία δὲ ἐχαρακτήρισε «ἐλλειµµατική», διότι δὲν ἀποδέχεται τὸ πρωτεῖο του. 
Μὲ τὸ ∆ιάγγελµα τοῦ 1920 τὸ Οἰκουµενικὸ Πατριαρχεῖο προσέφερε τὸν καταστατικὸ χάρτη γιὰ τὴν στάση, ποὺ ὄφειλε νὰ τηρήσει στὸ µέλλον ἡ ὀρθόδοξη παράταξη µέσα στὴν Οἰκουµενικὴ Κίνηση. Ἂν ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ 1902 ἄνοιξε τὸν δρόµο γιὰ τὴν συµµετοχή µας στὴν Οἰκουµενικὴ Κίνηση, τὸ ∆ιάγγελµα τοῦ 1920 προετοίµασε τὴν εἴσοδό µας στὸ ΠΣΕ.
Κατὰ τὸν καθηγητὴ Χρῆστο Γιανναρᾶ, ἡ Ἐγκύκλιος «ὑποκαθιστᾶ ἢ ἀποσιωπᾶ τὴν ἀλήθεια τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ὑπαρκτικοῦ µυστηρίου τῆς σωτηρίας, γιὰ χάρη τῆς κοινωνιστικῆς καὶ πιετιστικῆς ἀντίληψης ἑνὸς ἰδεολογικοῦ χριστιανισµοῦ, µιὰ καὶ σ’ αὐτὴ «δὲν ὑπάρχει οὔτε ὑπαινιγµὸς τῆς ἀλήθειας» (Ἀλήθεια καὶ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, Ἀθήνα 1997, σ. 196 ἑπ.).
Ἡ ἐπὶ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα Ἐγκύκλιος τοῦ 1952 λειτούργησε ὡς ὁλοκλήρωση καὶ ἐπισφράγιση τῆς προγραµµατισµένης αὐτῆς πορείας. Γι’ αὐτὸ µεγάλοι ὀρθόδοξοι Θεολόγοι, ὅπως ὁ Ἰωάννης Καρµίρης καὶ ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, παρὰ τὴν ἀφοσίωσή τους στὸ Οἰκουµενικὸ Πατριαρχεῖο, δὲν παρέλειψαν νὰ ἐκφράσουν τὸν δισταγµό τους στὰ ἀνοίγµατα αὐτὰ καὶ τὶς ἐπιφυλάξεις τους γιὰ τὶς µέσῳ αὐτῶν δροµολογηθεῖσες ἐξελίξεις.
Ὁ µὲν π. Φλωρόφσκυ τὸ 1961 ἀποµακρύνθηκε ἀπὸ τὸ ΠΣΕ, ὁ δὲ Ἰωάννης Καρµίρης (τὸ 1953) δηλώνει περίφροντις ἀπὸ τὶς ἐξελίξεις: «Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ἀνεπιφύλακτος καὶ ἄνευ ὅρων συµµετοχὴ (τῆς Ὀρθοδοξίας) εἰς δογµατικὰ συνέδρια καὶ ἡ ὀργανικὴ σύνδεσις αὐτῆς µετὰ πολυαρίθµων ποικιλωνύµων Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁµολογιῶν καὶ αἱρέσεων ἐπὶ βάσεως δογµατικῆς καὶ ἐκκλησιολογικῆς ἐν τῷ Παγκοσµίῳ Συµβουλίῳ τῶν Ἐκκλησιῶν θὰ ἐσήµαινε παρέκκλισιν ἀπὸ τῆς ὑπὸ τοῦ Πατριαρχικοῦ ∆ιαγγέλµατος τοῦ 1920 χαραχθείσης γραµµῆς περὶ συνεργασίας αὐτῆς µόνον ἐν τοῖς ζητήµασιν τοῦ Πρακτικοῦ Χριστιανισµοῦ καὶ γενικῶς δὲν θὰ ἦτο σύµφωνος πρὸς τὰς θεωρητικὰς ἀρχὰς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὴν µακραίωνα παράδοσιν αὐτῆς, ὡς καὶ τὴν διδασκαλίαν καὶ πρᾶξιν τῶν ἑπτὰ Οἰκουµενικῶν Συνόδων καὶ τῶν µεγάλων Πατέρων αὐτῆς».
Στὴν Ἐγκύκλιο τοῦ 1952 τὸ Οἰκουµενικὸ Πατριαρχεῖο λέγει, ὅτι «διὰ τῆς ἄχρι τοῦδε συµµετοχῆς της εἰς τὴν παγχριστιανικὴν Κίνησιν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐζήτησε κυρίως, ἵνα γνωρίσῃ καὶ µεταδῷ τοῖς ἑτεροδόξοις τὸν πλοῦτον τῆς πίστεως, τῆς λατρείας καὶ τῆς ὀργανώσεως αὐτῆς, καὶ τὴν θρησκευτικὴν ἅµα καὶ ἀσκητικὴν αὐτῆς πεῖραν, πληροφορηθῇ δὲ καὶ αὐτὴ τὰς νέας µεθόδους καὶ ἀντιλήψεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ δράσεως αὐτῶν». Φοβούµενος ὅµως τὴν σχετικοποίηση τῆς πίστεως, αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη ὁ Ἰωάννης Καρµίρης νὰ ὑπογραµµίσει: «Ἡ συµµετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων… καὶ ἡ συνεργασία…ἔχει τὴν ἔννοιαν κοινωνίας ἀγάπης καὶ οὐχὶ κοινωνίας ἐν τῇ δογµατικῇ διδασκαλίᾳ καὶ τοῖς µυστηρίοις».
4. Τοὺς ἀληθινοὺς στόχους ὅµως τοῦ διαχριστιανικοῦ Οἰκουµενισµοῦ δὲν διστάζουν νὰ ὁµολογοῦν διακεκριµένοι Ἱεράρχες τοῦ Οἰκουµενικοῦ Θρόνου, ὅπως ὁ Θυατείρων Γερµανὸς (Στρηνόπουλος), ἀναφερόµενος διὰ µακρῶν στὸ ∆ιάγγελµα τοῦ 1920, τὸ ὁποῖο καὶ συνέταξε µαζὶ µὲ ἄλλους καθηγητὲς τῆς Θεολ. Σχολῆς τῆς Χάλκης. «Εἶναι ἀνάγκη, εἶπε, νὰ συνειδητοποιήσουν οἱ Ἐκκλησίες ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἑνότητα, ὑπὸ τὴν στενή τῆς λέξεως ἔννοια…, ὑπάρχει καὶ µία ἄλλη, πιὸ περιεκτικὴ ἔννοια τῆς ἑνότητος, κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι ὅσοι παραδέχονται τὴν θεµελιώδη διδασκαλία τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ, καὶ ἀποδέχονται Αὐτὸν ὡς Σωτῆρα καὶ Κύριο, θὰ ἔπρεπε νὰ θεωροῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο ὡς µέλη τοῦ ἰδίου σώµατος καὶ ὄχι ὡς ξένους». «Χωρὶς νὰ εἰσχωρήσουµε στὴν ἐξέταση τῶν δογµατικῶν διαφορῶν, ποὺ χωρίζουν τὶς Ἐκκλησίες», πρόσθεσε ὁ Θυατείρων, «πρέπει νὰ καλλιεργήσουµε αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἰδέα τῆς εὐρυτέρας ἑνότητος…». Εἶναι φανερὴ ἐδῶ ἡ θεωρία περὶ «διευρυµένης Ἐκκλησίας», ποὺ ἀπαιτεῖ τὴν περιθωριοποίηση τῆς πίστεως καὶ τοῦ σωτηριολογικοῦ χαρακτήρα τοῦ δόγµατος, σ’ ἀντίθεση µὲ τὴν ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση, ὅλων τῶν αἰώνων. 
Καθαρότερα ὅµως τὸν σκοπὸ τῆς Οἰκουµενικῆς Κινήσεως ἔδωσε ὁ ἐπίσης διακεκριµένος Ἱεράρχης τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ἐκ τῶν πρωτεργατῶν της, πρώην Ἀµερικῆς Ἰάκωβος σὲ συνέντευξή του τὸ 1999 στὸ περιοδικὸ ΝΕΜΕΣΙΣ: «Πρῶτον µὲ ἐπίκραναν οἱ πόλεµοι καὶ δεύτερον ἡ σχετικὴ ἀποτυχία τοῦ Οἰκουµενικοῦ ∆ιαλόγου, ὁ ὁποῖος ἀπέβλεπε στὴν ἕνωση ἢ τὴν προσέγγιση τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ κατόπιν γενικότερα ὅλων τῶν θρησκειῶν». Εἶναι µιὰ ἔντιµη ὁµολογία γιὰ τὶς ἐπιδιώξεις τῆς Οἰκουµενικῆς Κινήσεως καὶ τὴν διασύνδεσή της µὲ τὸν πανθρησκειακὸ ∆ιάλογο, ἀλλὰ καὶ τὶς στοχοθεσίες τῆς Νέας Ἐποχῆς, γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς Πανθρησκείας.
Ὑπεύθυνη ὅµως καὶ ἀντικειµενικὴ κριτικὴ στὴν Οἰκουµενικὴ Κίνηση ἔχει ἀσκήσει ὁ ὅσιος Ἰουστῖνος (Πόποβιτς), χαρακτηρίζοντας τὸν Οἰκουµενισµὸ µὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο: «Ὁ Οἰκουµενισµὸς εἶναι κοινὸν ὄνοµα διὰ τοὺς ψευδοχριστιανούς, διὰ τὰς ψευδοεκκλησίας τῆς ∆υτικῆς Εὐρώπης. Μέσα του εὑρίσκεται ἡ καρδία ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν Οὑµανισµῶν µὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Παπισµόν. Ὅλοι δὲ αὐτοὶ οἱ ψευδοχριστιανισµοί, ὅλαι αἱ ψευδοεκκλησίαι, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ µία αἵρεσις παραπλεύρως εἰς τὴν ἄλλην αἵρεσιν. Τὸ κοινὸν εὐαγγελικὸν ὄνοµά των εἶναι ἡ παναίρεσις». Καὶ διερωτᾶται: «Ἦτο ἆραγε ἀπαραίτητον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, αὐτὸ τὸ πανάχραντον Θεανθρώπινον σῶµα καὶ ὀργανισµὸς τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, νὰ ταπεινωθῆ τόσον τερατωδῶς, ὥστε οἱ ἀντιπρόσωποί της Θεολόγοι, ἀκόµη καὶ Ἱεράρχαι, νὰ ἐπιζητοῦν τὴν ὀργανικὴν µετοχὴν καὶ συµπερίληψιν εἰς τὸ ΠΣΕ; Ἀλοίµονον, ἀνήκουστος προδοσία».
Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος µπόρεσε νὰ διίδει τὴν κατάληξη τῶν οἰκουµενιστικῶν σχέσεων, ποὺ κορυφώθηκαν στὶς ἀποφάσεις τοῦ Balamand (1993) (=κατάφαση τῆς παπικῆς αἱρέσεως ὡς ἀδελφῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Οὐνίας, ποὺ συµµετέχει ἐπίσηµα στὸν ∆ιάλογο) καὶ τοῦ Porto Allegre (2005) (= ἀποδοχὴ τῆς προτεσταντικῆς Ἐκκλησιολογίας), ἀλλὰ καὶ στὴν καταξίωση de facto τῆς «βαπτισµατικῆς Θεολογίας», «τῆς κοινῆς διακονίας» χωρὶς ἑνότητα πίστεως, τῆς «διευρυµένης Ἐκκλησίας» καὶ τοῦ «πολιτιστικοῦ πλουραλισµοῦ».
Ὁ Οἰκουµενισµὸς σ’ ὅλες τὶς διαστάσεις καὶ ἐκδοχές του ἔχει ἀποβεῖ ἀληθινὴ βαβυλώνιος αἰχµαλωσία τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ὅλων σχεδὸν τῶν τοπικῶν ἡγεσιῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ καύχηση καὶ ὁ αὐτοθαυµασµὸς τῶν Οἰκουµενιστῶν µας «γιὰ µιὰ δῆθεν νέα ἐποχή, ποὺ ἄνοιξε τὸ Οἰκουµενικὸ Πατριαρχεῖο µὲ τὶς πατριαρχικὲς Ἐγκυκλίους τῶν ἐτῶν 1902 καὶ 1920, δὲν δικαιώνονται», διότι «αὐτὸ ποὺ κατορθώθηκε εἶναι νὰ νοµιµοποιήσουµε τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσµατα τοῦ Παπισµοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισµοῦ». Αὐτὸ εἶναι τὸ κατασταλαγµένο συµπέρασµα τοῦ ἀγαπητοῦ ἀδελφοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, τὸ ὁποῖο ἀδίστακτα προσυπογράφω.
5. Εἶναι, λοιπόν, φανερό, ὅτι ὁ Οἰκουµενισµὸς ἀποδείχθηκε πλέον ὡς ἐκκλησιολογικὴ αἵρεση, ὡς ἕνας «δαιµονικὸς συγκρητισµός», ποὺ ἐπιδιώκει µία ὁµοσπονδιακὴ ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας µὲ τὴν δυτικὴ αἱρετικὴ πανσπερµία. Ἔτσι ὅµως, ἡ ὀρθοδοξία δὲν ἐπηρεάζει σωτηριολογικὰ τὸν µὴ ὀρθόδοξο κόσµο, διότι ἔχει ἐγκλωβισθεῖ αὐτή, στὰ πρόσωπα τῶν κατὰ τόπους Ἡγεσιῶν της, στὶς παγίδες τοῦ Οἰκουµενισµοῦ, ποὺ κατεργάζονται τὴν φθορὰ καὶ τὴν ἀλλοτρίωσή της.
Ἀντὶ λοιπόν, ἡ ἐκκλησιαστικὴ Ἡγεσία µας, νὰ ἀκολουθεῖ τὸ παράδειγµα τῶν Ἁγίων µας Πατέρων στὴ διαφύλαξη τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς τῆς µόνης δυνατότητος σωτηρίας ἀνθρώπου καὶ κοινωνίας, πράττει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο: συµφύροντας τὴν Ὀρθοδοξία µὲ τὴν αἵρεση, στὰ ὅρια τοῦ Οἰκουµενισµοῦ, καὶ οὐσιαστικὰ καταξιώνοντας τὴν αἱρετικὴ πλάνη, ἐπιφέρει τὴν ἄµβλυνση τῶν κριτηρίων τοῦ ὀρθοδόξου πληρώµατος καὶ στερεῖ καὶ αὐτὸ καὶ τὸν κόσµο ἀπὸ τὴν δυνατότητα σωτηρίας.
Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπορρίπτονται οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ ἡ διδασκαλία τους, µὲ τὴν ἀνατροπὴ τῆς πίστεως καὶ πράξεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Ἡ «µεταπατερικότητα», δηλαδή, εἶναι στὴν οὐσία της ἀντιπατερικότητα, διότι ἡ προτεσταντίζουσα αὐτὴ κίνηση ἀποδυναµώνει τὴν πατερικὴ παράδοση, χωρὶς τὴν ὁποία ἡ Ὀρθοδοξία παραµένει ἀθωράκιστη στὴν δίνη τοῦ Οἰκουµενισµοῦ καὶ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν σχεδίων τῆς Νέας Ἐποχῆς. Καὶ γιὰ νὰ παραφράσουµε τὸν Ντοστογιέφσκυ: «Χωρὶς Πατέρες ὅλα ἐπιτρέπονται»! Κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο ὅµως τὸν Παλαµᾶ, «τοῦτό ἐστιν ἀληθὴς εὐσέβεια, τὸ µὴ πρὸς τοὺς θεοφόρους Πατέρας ἀµφισβητεῖν».
 
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ
4 Μαρτίου 2016
Αρ. φύλλου 2107 

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

"Θεόπτης Μωυσής και θεοπτία" του Γεωργίου Μαντζαρίδη


Το θέμα της θεοπτίας ή της θέας του Θεού παρουσιάζεται στην Αγία Γραφή με δύο διαφορετικές μορφές, που η μία φαίνεται να αποκλείει την άλλη. Ορισμένα χωρία χαρακτηρίζουν την θεοπτία ως αδύνατη. Έτσι στο βιβλίο της Εξόδου ο Θεός λέει στον Μωυσή: «Ου δυνήση ιδείν το πρόσωπον μου· ου γαρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται». Και ο Ψαλμωδός σημειώνει ότι ο Θεός «εθετο σκότος αποκρυφήν αυτού» Έξαλλου στην Καινή Διαθήκη ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει: «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε», ή «Θεόν ουδείς πώποτε τεθέαται». Και ο Απόστολος Παύλος προσθέτει ότι ο Θεός είναι εκείνος, «ον είδεν ουδείς ανθρώπων ουδέ ιδείν δύναται». Αλλά και από την άλλη πλευρά στην Αγία Γραφή αναφέρεται πλήθος θεοφανειών. Έτσι ο Ιακώβ λέει: «Είδον Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον, και εσώθη μου η ψυχή». Και για τον Μωυσή σημειώνεται: «Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν ενώπιος ενωπίω, ως ει τις λαλήσει προς τον εαυτού φίλον».
Το απρόσιτο του Θεού δεν αποκλείει τη θεοπτία. Και η θεοπτία ή η θέα του Θεού δεν αναιρεί το απρόσιτο της θείας ουσίας. Ο Μωυσης, που ως κτίσμα αδυνατεί να δει το πρόσωπο του άκτιστου Θεού, τοποθετείται «εις οπήν της πέτρας», σκεπάζεται με το χέρι του Θεού, όσο παρέρχεται η δόξα του, και υστέρα βλέπει τα οπίσω του. Και ο Προφήτης Ηλίας, μόλις αισθάνεται την παρουσία του Θεού, καλύπτει με τη μηλωτή του το πρόσωπό του. Αλλά και κατά την Μεταμόρφωση του Χριστού οι παρευρισκόμενοι Απόστολοι φοβήθηκαν πολύ και «έπεσαν επί το πρόσωπον αυτών».

Κάθε θεοφάνεια της Παλαιάς Διαθήκης, ως άσαρκη φανέρωση του Λόγου του Θεού, δεν αποβλέπει μόνο στο πρόσωπο του θεόπτη, αλλά εντάσσεται στην προοπτική της θείας οικονομίας και προετοιμάζει την ένσαρκη έλευσή του.

Ο Μωυσής δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε βέβαια και ο μόνος θεόπτης της Παλαιάς Διαθήκης. Ο ίδιος ο Θεός απευθυνόμενος προς τον Μωυσή λέει: «Εγώ Κύριος και ώφθην προς Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, Θεός ων αυτών, και το όνομά μου ουκ εδήλωσα αυτοίς». Γι’ αυτό και κατά την πρώτη φανέρωσή του προς τον Μωυσή ο Θεός παρουσιάζεται ως Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Κατά τη φανέρωση αύτη, που πραγματοποιήθηκε με τη μορφή του πυρός στη βάτο, ο Μωυσής εντυπωσιάσθηκε και θέλησε να πλησιάσει. Μόλις όμως άκουσε τη φωνή του Θεού από τη βάτο, έστρεψε το πρόσωπό του αλλού, γιατί φοβήθηκε .Όταν ο Θεός ανακοίνωσε στον Μωυσή ότι θα τον αποστείλει ως ελευθερωτή του λαού του από την Αίγυπτο, εκείνος ζήτησε να του αποκαλύψει το όνομά του, με το οποίο θα παρουσιασθεί στους Ισραηλίτες. Τότε ο Θεός απήντησε: «Εγώ ειμί ο ων,.. ούτως ερείς τοις υιοίς Ισραήλ ο ων απέσταλκέ με προς υμάς».Έτσι ο Μωυσής γίνεται ο πρώτος θεόπτης, στον οποίο ο Θεός αποκαλύφθηκε ως ο Ων, δηλαδή ως είναι και ως πρόσωπο ή υπόσταση. Άλλες θεοφάνειες προς τον Μωυσή έγιναν κατά τη νομοδοσία στο Σινά, αλλά και κατά τη διάρκεια της πορείας του προς τη γη της επαγγελίας. Άλλωστε η προσωπική συμπόρευση του Θεού αποτελούσε το κατεξοχήν στήριγμα του Μωυσή καθ’ όλη τη διάρκεια της μακράς πορείας του. Τέλος ο Μωυσής παρουσιάζεται ως θεόπτης και κατά την περίοδο της Καινής Διαθήκης, εφόσον μαζί με τον Προφήτη Ηλία παρέστησαν στην Μεταμόρφωση του Κυρίου. Όπως μάλιστα προσφυώς σημειώνεται, ο ίδιος εμφανίζεται ως εκπρόσωπος των νεκρών και ο Ηλίας ως εκπρόσωπος των ζωντανών. Ταυτόχρονα ο Μωυσής εκπροσωπεί τον Νόμο και ο Ηλίας τους Προφήτες. Ο Μωυσής πέθανε, χωρίς να φθάσει στη γη της επαγγελίας, όπου οδήγησε τον λαό του Θεού ο Ιησούς υιός Ναυή. Και ο Νόμος παρήλθε ως σκιά, χωρίς να φανερώσει τη Βασιλεία του Θεού, την οποια έφερε στον κόσμο ο Ιησούς Χριστός. Ο Ηλίας δεν πέθανε, αλλά μετέστη προς την αιώνια αλήθεια. Και η προφητεία δεν καταργήθηκε, αλλά εκπληρώθηκε ως αδιάψευστη αλήθεια. Η θεοπτία δεν είναι κάποιο συμβατικό φαινόμενο για τη ζωή και την ύπαρξη του θεόπτη. Πολύ περισσότερο δεν είναι κάποιο προσωπικό κατόρθωμα του. Η θεοπτία προσφέρεται με την κίνηση του Θεού προς τον άνθρωπο. Και ως εμπειρία, που φέρνει τον κτιστό και πεπερασμένο άνθρωπο σε επαφή με τον άκτιστο και υπερβατικό Θεό, συνδέεται συνήθως με σκληρές δοκιμασίες. Αυτό γίνεται φανερό και στην περίπτωση του Μωυσή, ο οποίος «δόκιμος τω Θεώ και πιστός διά της πολλής μακροθυμίας ευρεθείς, οία πολλούς πειρασμούς υπομείνας εγένετο λυτρωτής και ηγούμενος και βασιλεύς του Ισραήλ». Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι ο Μωυσής, μετά τα σαράντα χρόνια της παραμονής του στην Αίγυπτο, έμεινε άλλα σαράντα χρόνια στην εξορία, για να προετοιμαστεί και να ποιμάνει για τα επόμενα σαράντα χρόνια τον περιούσιο λαό.

Οι διαδοχικές θεοφάνειες οδηγούν τον Μωυσή κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Νύσσης σε διαρκώς υψηλότερη θεογνωσία. Αρχικά βλέπει ο Μωυσής τον Θεό «εν φωτί» και ακολούθως «εν γνόφω».Έτσι όσο προσεγγίζει τον Θεό, τόσο περισσότερο διαπιστώνει το αθεώρητο της θείας φύσεως. Τέλος μεταβαίνει στην αχειροποίητη σκηνή, που αποτελεί το πέρας των διαδοχικών ανυψώσεών του.


Και η αχειροποίητη αυτή σκηνή, σύμφωνα με την οποία κλήθηκε να κατασκευάσει την χειροποίητη σκηνή, είναι ο Χριστός, που έπηξε «εν ημίν την ιδίαν σκηνήν», Εξαλλου η θεοφάνεια έχει βαθύτατες επιπτώσεις στην ψυχή αλλά και στο σώμα του ανθρώπου. Η εσωτερική λαμπρότητα, που προκαλείται με αυτήν, εκδηλώνεται και στο σώμα του θεόπτου. Όταν ο Μωυσής κατέβαινε από το Σινά με τις πλάκες της Διαθήκης μετά την τεσσαρακονθήμερη παραμονή του, έλαμπε το πρόσωπό του από τη θεοπτία και τη συνομιλία του με τον Θεό και προκαλούσε δέος στον λαό.

Οι θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης ερμηνεύονται συνήθως από τους Πατέρες της Εκκλησίας ως φανερώσεις του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, που προετοιμάζουν και προτυπώνουν την ενανθρώπηση και την ένδοξη φανέρωσή του. Η δόξα του Θεού, που παρουσιάσθηκε τότε ως φως, ως νεφέλη, ως στήλη πυρός, ως γνόφος, ως θύελλα ή ως αύρα λεπτή, έλαμψε και στο Θαβώρ ως απρόσιτο φως. Η ίδια αυτή δόξα εξακολουθεί να φανερώνεται στους άξιους, ανάλογα με τη δεκτικότητά τους, ήδη από την παρούσα ζωή, για να αποκαλυφθεί πληρέστερα κατά τον μέλλοντα αιώνα. Ενώ όμως πριν από την ενανθρώπηση και τη σύσταση του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας το άκτιστο φως φώτιζε εκ των έξω τους θεόπτες, τώρα που έχει ανακραθεί με τους πιστούς και υπάρχει μέσα τους, τους φωτίζει εκ των έσω.

Με τις θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης ο Θεός αποκαλύφθηκε λέγοντας «Εγώ ειμί». Η θεοφάνεια της Καινής Διαθήκης, που πραγματοποιήθηκε με την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, ολοκληρώθηκε με τη διαβεβαίωση του Χριστού «Εγώ μεθ’ υμών ειμί»· με την συνύπαρξη Θεού και ανθρώπου, που καθιστά τον άνθρωπο θεό κατά πάντα «χωρίς της κατ’ ουσίαν ταυτότητος» . Αντίστοιχα βέβαια και οι θεοπτίες των Αποστόλων του Χριστού, όπως και των αγίων της Εκκλησίας, είναι τελειότερες από τις προηγούμενες. Είναι θεοπτίες που δεν αποκαλύπτουν προσωπικά ή υποστατικά μόνο τον Θεό, αλλά μαζί με τον Θεό ανυψώνουν στο επίπεδο του αληθινού προσώπου ή της υποστάσεως και τον άνθρωπο. Είναι θεοπτίες του ανθρώπου που γίνεται όμοιος με τον Θεό και μέλος της κοινωνίας της θεώσεως.


πηγή: Γεώργιος Μαντζαρίδης, Ομότιμ. Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α. Π. Θ., «Αγ. Γραφή και σύγχρονος άνθρωπος» -Τιμητικός Τόμος στον Καθηγητή Ιωάννη Δ. Καραβιδόπουλο. Εκδ. Π. Πουρναρά, σ. 287-293 


Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

Ιωάννης Κορναράκης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΣΤΟ ΕΙΔΩΛΟ


(Μυθοποίηση της απομυθεύσεως)
Όταν ο πολιτισμένος, διαφωτισμένος και απελευθερωμένος από προλήψεις και δεισιδαιμονίες άνθρωπος φέρνει στο νου του και αναλογίζεται την ωμή και πρωτόγονη ειδωλολατρία των αρχαίων προγόνων του, σκέπτεται βέβαια από ποιό χαμηλό πνευματικό επίπεδο ξεκίνησε την ανοδική προοδευτική του πορεία το ανθρώπινο πνεύμα.
Πράγματι! Η τόσο ωμή λατρεία και θεοποίηση, από το πνεύμα αυτό, άψυχης ύλης και χωρίς ζωή αντικειμένων, είναι μια πολύ ταπεινωτική αφετηρία της εξελίξεως του ανθρωπίνου πνεύματος. Η λατρεία λ.χ. των λίθων, των ξύλων, της φωτιάς, του νερού και άλλων στοιχείων της φύσεως δείχνει μια πολύ ταπεινή εξάρτηση του ανθρώπινου πνεύματος από ασήμαντα και πολύ κατώτερα του σε υπαρκτική ποιότητα στοιχεία του κόσμου τούτου.
Ακόμη βέβαια και η λατρεία ζωντανών οργανισμών δεν βελτιώνει την ποιότητα αυτής της εξαρτήσεως, αφού αυτοί οι ζωντανοί οργανισμοί (τα ζώα) υπολείπονται του ανθρώπινου λογικού σε ποιότητα, δηλ. σε αντιληπτική δύναμη και παραγωγική πνευματική εργασία.
Εξάλλου και από άλλη άποψη αν δει κανείς την απόσταση που διήνυσε το ανθρώπινο πνεύμα στην εξελικτική του πορεία, αν δηλ. συγκρίνει τα άψυχα στοιχεία της πρώτης λατρείας του ανθρώπου, τα είδωλα, με ό,τι έχει επιτύχει μέχρι σήμερα το πνεύμα αυτό, θα παραδεχθεί ότι η απόσταση είναι ανυπολόγιστη και πραγματικά αποδεικτική του μεγαλείου του ανθρώπινου πνεύματος.
Ο φοβισμένος άνθρωπος που λατρεύει το φεγγάρι, το θεοποιεί και βιώνει την ύπαρξη και λειτουργία του σαν ένα ανερμήνευτο μυστήριο, κάποια μέρα το προσεγγίζει, το
απομυθοποιεί από τη μυστηριακή του διάσταση, το πατάει και βρίσκει ότι αυτός ο αρχαίος θεός, το απλησίαστο μυστήριο της νύχτας, είναι μια μάζα από διάφορες νεκρές ύλες, από πετρώματα και στάχτες.
Στη μεγαλειώδη αυτή πράξη του ανθρώπου, στην κατάκτηση της σελήνης, έχουμε, αλήθεια, μια αντιπροσωπευτική «κονιορτοποίηση» της ειδωλολατρίας. Από μια άποψη γενικώς η πνευματική πρόοδος του ανθρώπου είναι απομυθοποίηση και κονιορτοποίησα της ειδωλολατρίας, όπως την ξέρουμε να λειτουργεί στο λυκαυγές της ανθρώπινης ζωής.
Αλλά δεν πρέπει να βιαστεί κανείς να θριαμβολογήσει εις βάρος της ειδωλολατρίας και υπέρ της «απελευθερώσεως» του ανθρώπινου πνεύματος από προλήψεις, δεισιδαιμονίες και… αφέλεια. Γιατί η εικόνα που μας δείχνει την απόσταση μεταξύ μύθου και απομυθοποιήσεως, μεταξύ αφελούς ειδώλου και μεγαλειώδους κατακτήσεως του ανθρώπινου πνεύματος, είναι απλώς μια εξωτερική διαφάνεια της ποιότητος της ανθρώπινης ζωής. Αλλά η ζωή αυτή έχει και εσωτερικές ποιότητες και υπαρκτικές διαφάνειες που δεν φαίνονται «εκ πρώτης όψεως». Για να φανούν και να αποκαλυφθούν πρέπει κάποιο νυστέρι να ενεργήσει τομές στο ανθρώπινο πνεύμα, να εισχωρήσει στους τρόπους της λειτουργίας και να απομυθοποιήσει την απομύθευση της εξωτερικής λειτουργικής του διαστάσεως. Αν κανείς ενεργήσει έτσι, τότε θα ευρεθεί προ αυτής της πραγματικότητος, ότι, στις πιό πολλές περιπτώσεις του διαλόγου του με τα είδωλα, ο άνθρωπος δεν τα απομυθοποιεί αλλά απλώς τους αλλάζει «μυθικό» χιτώνα. Βελτιώνει… το μύθο. Τον κάνει πιό πειστικό για το πνεύμα του. Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι «μύθος» και η μυστική και ακατασίγαστη λαχτάρα του είναι να μείνει «μύθος». Χωρίς το μύθο του είναι αδύνατο να ζήσει.
Έτσι η απαλλαγή του από την ειδωλολατρία είναι κι’ αύτη ένας μύθος και ένα «άλλοθι» της πνευματικής του προκοπής. Αυτό σημαίνει ότι και ο σύγχρονος άνθρωπος είναι «ειδωλολάτρης» όσο και ο περιφρονούμενος από αυτόν άνθρωπος μιας πρωτόγονης μορφής ζωής. Η διαφορά μεταξύ τους είναι αλήθεια ποιοτική. Αυτό το γεγονός είναι αναμφισβήτητο. Ο σύγχρονος ειδωλολάτρης είναι πιό απαιτητικός στην ποιότητα των ειδώλων του. Η θητεία του στην ειδωλολατρία και η λαχτάρα του να μείνει κάτω από τη στέγη του μύθου, τον έκαναν ικανό να εξευγενίζει την υπαρκτική ποιότητα των ειδώλων και να μεταποιεί τις λειτουργικές τους δομές σε ανώτερες εκφράσεις παρουσίας τους στην άμεση πραγματικότητα που βιώνει ο άνθρωπος αυτός.
Με τον τρόπο αυτό λ.χ. είδωλο του γίνεται και η απομυθοποίηση του φεγγαριού, κι όταν αυτό το επιτυγχάνει, μένει προσκολλημένος στη λατρεία ενός νέου ειδώλου: της επιτυχίας του να απομυθοποιήσει το είδωλο σελήνη. Η τεχνολογία αναδεικνύεται σε μεγάλη ιέρεια που αναλαμβάνει να αλλάξει το χιτώνα του ειδώλου της σελήνης και να του φορέσει το ένδυμα της «ανθρώπινης επιτυχίας», της «δυνάμεως του πνεύματος». Το ταπεινωμένο και πατημένο από ανθρώπινο πόδι φεγγάρι, είναι το είδωλο της επιτυχίας του ανθρώπινου πνεύματος. Το πνεύμα αυτό, καθώς καθρεπτίζεται σε κάποια σεληνιακή λίμνη, διαλέγεται μ’ ένα πρωτόγνωρο… «τεχνολογικό» είδωλο.
Αυτή η ναρκισσιστική λειτουργία του ανθρώπινου πνεύματος είναι εντελώς τυπική. Μας επιστρέφει σε τυπική μορφή «μυθοποιίας» και «μυθοπραξίας»…Από εκεί και πέρα ο άνθρωπος συνεχίζει να πορεύεται στο δρόμο μιας ειδωλολατρίας που είναι η ουσία της υπάρξεώς του. Η πρακτική έκφραση της υπάρξεως αυτής δείχνει ότι δεν μπορούμε να εννοήσουμε τον άνθρωπο διαφορετικά, παρά μόνο σαν ένα ειδωλολάτρη που βιώνει την ύπαρξη αυτή απομυθοποιώντας την ειδωλολατρία με τη βαθύτερη επιδίωξη τη διατήρηση του υπαρξιακού του δεσμού με την ειδωλολατρία. Ο άνθρωπος φαίνεται πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς είδωλα. Τα είδωλα είναι… ο εαυτός του. Και φυσικά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς…τον εαυτό του. «Εγενόμην αυτείδωλον», αναφωνεί ο προσευχόμενος άνθρωπος του Μ. Κανόνος. Κι είναι ο πιό ειλικρινής άνθρωπος του…κόσμου! Αλλά και ο μόνος που ενεργεί την «εξ αντικειμένου» απομυθοποίηση του μύθου, επειδή ακριβώς η διεργασία αυτής της απομυθοποιήσεως ενεργείται στην αυθεντική και χωρίς προκαταλήψεις, δεισιδαιμονία και αφέλεια καλλυμένη εσωτερικότητα του.
Η μεγάλη αφέλεια που κυριαρχεί στο ανθρώπινο πνεύμα (όπως και η κατ’ εξοχήν πρόληψη) είναι ότι η απελευθέρωση από την ειδωλολατρία είναι διεργασία εξωτερική. Όταν γελοιοποιώ τα ξόανα, όταν γκρεμίζω αγάλματα και καίω ναούς ειδωλολατρικούς, όταν αρνούμαι να σκύψω προσκυνηματικά το κεφάλι στους κεραυνούς κάποιου Δία, είμαι σίγουρος ότι απομυθοποιώ θρησκευτικά και καταργώ «λειτουργικά» την ειδωλολατρία. Αλλά αυτή η σιγουριά είναι η πιό μεγάλη αφέλεια που μπορεί να δείξει το ανθρώπινο πνεύμα. Γιατί ένα τέτοιο γκρέμισμα δεν αλλάζει την παράσταση. Η παράσταση μένει πάντοτε ίδια. Αλλάζουν μόνο τα σκηνικά. Αν θέλετε, αλλάζουν τα συστήματα και οι τρόποι λειτουργίας των σκηνικών. Η παράσταση όμως δεν μπορεί να αλλάξει γιατί το ανθρώπινο σενάριο παρουσιάζει πάντοτε ένα και μόνο δράμα· την ειδωλοποίηση του ανθρώπου από τον ίδιο τον εαυτό του. Η παράσταση δείχνει πως ο άνθρωπος από θεογενής υπαρκτική διαφάνεια έγινε «αυτοείδωλο», ο νάρκισσος που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη συμμαρτυρία μιας λίμνης που στηρίζει τα πόδια του στο βωμό της αυτολατρείας.
Ο Νάρκισσος της μυθολογίας (εδώ σε λεπτομέρεια από πίνακα του Καραβάτζιο) ερωτεύτηκε το είδωλό του στα νερά μιας πηγής
Από εκεί και πέρα έχει πολλές δυνατότητες να ζήσει ο άνθρωπος με μια μάσκα «αδέσμευτου», «προοδευτικού» και «ελεύθερου» γενικώς ανθρώπου. Η μάσκα αυτή του επιτρέπει να εμπαίζει και να απατά τον εαυτό του, καθώς επικαλείται τη συμμαρτυρία της…λίμνης. Εκείνη, πιστή στις απαιτήσεις του ανθρώπινου πνεύματος, τον βεβαιώνει ότι δεν είναι ειδωλολάτρης τη στιγμή που εκείνος λατρεύει το είδωλό του στη «λειτουργία» του λιμναίου καθρεπτισμού του. Όταν το πάθος, ο φανατισμός, η τύφλωση και πολλές άλλες ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις της υπάρξεως, «δένουν αδέσμευτα» και «αδιάρρηκτα» τον άνθρωπο με κάποια απολυτοποιημένη ιδέα, θεωρία ή πράξη, δεν υποπτεύεται εκείνος πόσο, σε ποιά ποιότητα και ποιές διαστάσεις είναι ένας γνήσιος ειδωλολάτρης. Δεν μπορεί να αντιληφθεί στοιχειωδώς πόσες γονυκλισίες και πόσες «μετάνοιες» κάνει μπροστά σε είδωλα (από το παιδικό παιχνίδι μέχρι τις υψηλές επιστημονικές κατακτήσεις και από το ποδόσφαιρο μέχρι τα… ναρκωτικά) που στηρίζουν και συντηρούν την παράσταση (το δράμα) της υπάρξεώς του.
Φαίνεται πως ο άνθρωπος, αν δεν καταφέρει να γονατίσει μπροστά στον αληθινό Θεό με την διαφάνεια της αυτοσυνειδησίας του ανθρώπου του Μ. Κανόνος, πεθαίνει τελικά με το σάβανο της ειδωλολατρίας. Η πορεία του στη ζωή είναι, στις πιό πολλές περιπτώσεις, πορεία από το είδωλο στο…είδωλο. Αν συμβεί μερικές μοιρολογίτρες (παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις… επιζώντων) να επαινέσουν την ευρύτητα του πνεύματός του, την απελευθέρωσή του από προλήψεις και καθυστερημένες αντιλήψεις, αυτό απλώς αποτελεί (σ’ αυτή την περίπτωση) την… απόλυση της λειτουργίας μιας ειδωλολατρίας που παρέμεινε πιστή σύζυγος του «τεθνεώτος».
Έτσι ακόμη και ο θάνατος γίνεται το έσχατο είδωλο που στηρίζουν λαμπρές νεκρολογίες. Εκείνος πάλι, καθώς κλείνει τα μάτια του ειδωλολάτρη ανθρώπου, δεν ξεχνά, κομπάζοντας, ότι αυτός πρώτος του τα άνοιξε στη τραγική θέαση του «αυτοειδώλου» του. («Και έσεσθε ως Θεοί» Γεν. 3,5).

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Δ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΙΥΛΟΣ ΟΤΑΝ ΑΝΑΣΤΗΘΗΚΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

                   



Όταν αναστήθηκε ο Χριστός, οι στρατιώτες, πού φύλαγαν τόν τάφο Του καί ήταν πολλοί, δωροδοκήθηκαν από τούς Εβραίους, γιά νά μή πούν ότι ο Χριστός αναστήθηκε, αλλά ότι κλάπηκε από τούς Αποστόλους! Ο Χριστός θάφτηκε μέ τόν Ιουδαϊκό τρόπο ταφής. Άλειψαν τό σώμα Του μέ παραφίνη (κολλητική ουσία), έντυσαν τό κεφάλι μέ τό σουδάριο καί τό σώμα μέ σεντόνια.

Άν όμως οι Μαθητές τού Χριστού έκλεβαν τό σώμα τού Χριστού, τά ενδύματά Του πώς βρέθηκαν μέσα στόν τάφο; Δηλαδή έκλεψαν τό σώμα τού Χριστού, βγάζοντας πρώτα τά ρούχα Του; Αστεία πράγματα!
Εξάλλου η παραφίνη, πού άλειψαν τό σώμα τού Χριστού, θά ήταν η αιτία, τό σεντόνι νά γίνει ένα μέ τό δέρμα τού Χριστού. Ο Χριστός έμεινε 33 ώρες στόν άδη (από τίς 3 τό απόγευμα τής Παρασκευής έως τά μεσάνυχτα τού Σαββάτου), όσα ήταν δηλαδή τά χρόνια τής επίγειας ζωής Του. Εκεί στόν άδη, ο Χριστός κήρυξε καί όσοι Τόν πίστεψαν, πήγαν μαζί Του στόν Παράδεισο, όταν Αναστήθηκε. Η πρώτη, πού πληροφορήθηκε τήν Ανάσταση τού Κυρίου, είναι η Θεοτόκος από άγγελο Κυρίου.

Μετά τήν Ανάσταση τού Χριστού, δέν ισχύει τό μνήσθητι πού είπε ο ληστής πάνω στό σταυρό. Τό μνήσθητι ίσχυε στήν Παλαιά Διαθήκη. Μετά τήν Ανάσταση, άλλαξε ο τρόπος σωτηρίας τού ανθρώπου καί υπάρχει τό βάπτισμα, η εξομολόγηση καί η θεία Κοινωνία. Πλα νώνται επομένως αυτοί πού λένε καί είναι πολλοί δυστυχώς, ότι εγώ ένα μνήσθητι θά πώ στά τελευταία μου, μιμούμενος τόν ληστή καί έτσι θά σωθώ! Έξαλλου τί μνήσθητι θά πείς, άμα σέ πατήσει αμάξι, τρελλαθείς ή πεθάνεις ξαφνικά καί ακαριαία; Θέλει προσοχή αυτό τό θέμα!

Η «πρώτη» λεγομένη Ανάσταση έχει σχέση μέ τήν κάθοδο τού Χριστού στόν άδη. Εκεί ο Χριστός κήρυξε καί όλοι όσοι Τόν πίστεψαν καί Τόν δέχτηκαν τούς ανέστησε καί πήγαν στόν παράδεισο.

Όλοι όσοι πρωταγωνίστησαν καί συνέβαλαν στήν Σταύρωση τού Χριστού, είχαν φρικτό τέλος.

Μετά τήν Ανάσταση, όταν πεί ο ιερεύς τό Χριστός Ανέστη, ακολουθεί η Αναστάσιμη Ακολουθία, αλλά οι περισσότεροι φεύγουν από τήν Εκκλησία, γιά νά πάνε στά σπίτια τους καί νά φάνε τήν μαγειρίτσα. Αυτό τό γεγονός λυπεί τό Χριστό καί ζημιώνει τόν πιστό. Λέει ο Δαβίδ 1050 χρόνια π.Χ. χαρακτηριστικά: Αναστήθηκε ο Θεός καί διασκορπίστηκαν οι εχθροί Του.

Εχθρούς τούς αποκαλεί ο Δαβίδ, αυτούς πού φεύγουν πιό νωρίς από τήν Εκκλησία, τήν ημέρα τής Αναστάσεως. Μέ αυτόν τόν τρόπο, οι άνθρωποι κολάζονται καί χάνουν τήν ψυχή τους. Μάλιστα πολλοί από αυτούς, πού φεύγουν στό Χριστός Ανέστη, πάνε μετά μέ τήν λαμπάδα καί τό Αναστάσιμο Φώς, νά σταυρώσουν τήν οροφή τής πόρτας τού σπιτιού τους, γιά νά κρατήσουν τάχα μακριά από τό σπίτι τους τό διάβολο.

Δυστυχισμένοι άνθρωποι! Αφού φύγατε νωρίτερα από τήν Εκκλησία, έχετε τόν διάβολο μέσα σας καί ο πονηρός σάς εμπαίζει. Αυταπατώνται έτσι οι άνθρωποι, νομίζοντας ότι έκαναν Πάσχα!

Άν ο Χριστός δέν Αναστήθηκε καί δέν είναι Θεός, δέν υπάρχει σωτηρία γιά τόν άνθρωπο. Αλλά, δόξα σοι ο Θεός, καί Αναστήθηκε καί Θεός είναι.

Ο τάφος τού Χριστού, είναι κενοτάφιο, αφού ο Χριστός Αναστήθηκε καί δέν υπάρχει τό Σώμα Του εκεί. Ήταν καί καινοτάφιος, αφού κανένας άλλος άνθρωπος, δέν είχε θαφτεί ποτέ εκεί. Ήταν ο πρώτος, πού θάφτηκε σέ εκείνον τόν τάφο.

Εμείς οι Ορθόδοξοι θά κατακριθούμε, από τόν κενό τάφο τού Χριστού, αλλά καί τόν κενό τάφο τής Παναγίας μας. Οι άλλοι (ετερόδοξοι), θά κατακριθούνε από τόν γεμάτο τάφο τών αρχηγών τους. Εμείς θά κατακριθούμε, γιατί δέν πιστεύουμε στήν Ανάσταση τού Χριστού καί οι άλλοι θά κατακριθούν, γιατί πιστεύουν σέ πεθαμέ- νους ανθρώπους.

Τήν Ανάσταση τού Χριστού, ο σατανάς τήν μισεί. Γι' αυτό καί όταν πείς, Χριστός Ανέστη, σέ ένα αιρετικό, τό μόνο πού δέν θά σού πεί είναι, Αληθώς Ανέστη!

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

ΤΟ ΙΕΡΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


Την Αγία Τεσσαρακοστή των Χριστουγέννων τελείται το καθιερωμένο και ευλογημένο Ιερό Σαρανταλείτουργο στο υπέρ ελέους, σωτηρίας και θεραπείας ψυχών και σωμάτων πάντων ημών και υπέρ αναπαύσεως και συγχωρήσεως πάντων των κεκοιμημένων αδελφών ημών.
Στην Θεία Λειτουργία τελετουργείται ή μυστική σχέσις του πιστού με τον Σωτήρα Χριστόν και κορυφώνεται στο υπέρτατο και πλέον φρικτό μυστήριο της Εκκλησίας μας, στην Θεία Ευχαριστία. Πόσο χαρίζει ευφροσύνη και παλμό στην καρδιά ή σκέψις ότι όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί αποτελούν μια πνευματική βασιλεία του Θεού, ένα σώμα, ένα πνεύμα, ένα κλήμα με πολλά σταφύλια! Σ' όλους βασιλεύει ό Ιησούς Χριστός και σ' όλους ζει το Πνεύμα του Θεού. Θαυμαστή είναι ή θεία Λειτουργία με την πλατειά εκείνη αγάπη, πού αγκαλιάζει όλο τον κόσμο, όχι μόνο τον επίγειο αλλά και τον ουράνιο. (Άγ. Ιωάννης της Κρονστάνδης, έκδ. Ί, Μονής Παρακλήτου )
Όχι μόνο όμως οι ζώντες ωφελούμεθα αλλά και οι κεκοιμημένοι τα μέγιστα ωφελούνται από την αναίμακτο θυσία, καθώς τονίζει ό Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης: όταν αποχαιρετήσουμε τον προσφιλή μας νεκρό με τον τελευταίον ασπασμό, δεν τον λησμονούμε για πάντα αλλά καθ' εσπέρα και πρωί δεν παύονται αι υπέρ του τελευτήσαντος προσευχαί έπειτα τα νόμιμα και συνηθισμένα μνημόσυνα εκτελούνται, έξαιρέτως δε και κυρίως ή καθ' ημέρα αναίμακτος θυσία (θεία Λειτουργία), παρά την οποίαν κανένα άλλο δεν είναι τόσον ωφέλιμο εις τους κεκοιμημένους μήτε τόσης ευφροσύνης αίτιον και φωτισμού και ενώσεως προς τον Θεόν, καθώς αυτό, διότι αυτό το ίδιον Αίμα του Κυρίου είναι εκείνο, το όποιον χύνεται υπέρ ημών των αχρείων εις αυτήν την θυσία και αυτό το ίδιον θείον Σώμα είναι εκείνο, το όποιον θυσιάζεται επάνω εις το Άγιο Θυσιαστήριο. Αυτήν δε την θυσία και οι οικείοι κατά σάρκα του αποθανόντος και οι κατά πνεύμα ηνωμένοι με αυτόν και οι περισσότερο αγαπώντες αυτόν αδιαλείπτως και καθ' ημέρα προσφέρουσιν όλον τον χρόνο και εις όλην τους την ζωήν και όσον πλέον την προσφέρουσι τόσον περισσότερο ωφελούσι και τούς κεκοιμημένους και εαυτούς, διότι ποιον άλλο έπωφελέστερον του να θύεται και ο Χριστός δι ημάς; Άλλοι δε προσφέρουσι, καθ' όσον δύνανται και προαιρούνται, και άλλοι τουλάχιστον μέχρι των τεσσαράκοντα ημερών προσάγουσι καθ' ημέρα αυτήν την θυσία,,.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των ανωτέρω είναι και ή κάτωθι διήγησης από το βιβλίο του άρχ. Ιγνατίου "Που πηγαίνει ή ψυχή μετά τον θάνατον,,: Ένας χριστιανός, ενώ έσκαπτε με πολλούς μαζί σ' ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τούς καταπλάκωσε. Ή γυναίκα αυτού του ενός, έδωσε ότι είχε από το υστέρημα της εις έναν ιερέα να κάμη 40 λειτουργίες διά την ψυχή του ανδρός της. Καθημερινώς δε πήγαινε μία προσφορά, ένα μπουκάλι με κρασί, και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν. Όταν έφθασε ό ιερεύς εις τας 20 λειτουργίας, ό διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της και της είπε, ότι ό ιερεύς έφυγε διότι είχε δουλειά βιαστική και γι' αυτό μη κοπιάζεις και αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε 3 φορές εις το διάστημα των 40 λειτουργιών. Εν τω μεταξύ έγινε εκχωμάτωσης, για να βγάλουν τα πτώματα. Όταν έφθασαν εις ένα μέρος άκουσαν φωνή που έλεγε: Προσέξατε, σκάψατε με προσοχή, διότι επάνω μου είναι δυο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν,,. Αυτοί θαύμασαν, και σκάπτοντες πλαγίως βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν εις την γυναίκα του. Απορούσαν δε όλοι, πώς έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή. Αυτός δε είπε κάθε μέρα μου έδινε κάποιος, αοράτως, ένα ψωμί και ένα δοχείο κρασί και μία λαμπάδα ήταν μπροστά μου και έτσι έτρωγα, εκτός από 3 ημέρας, όπου δεν έφαγα τίποτε, ούτε φώς είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος διά τας αμαρτίας μου. Κατόπιν είδα την αναμμένη λαμπάδα, το ψωμί και το κρασί, σαν πρώτα και δόξασα τον Θεό, όπου δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλος,,.
Αυτά είναι τα θαύματα της πίστεως μας και θα ήτο ευχής έργον, να υπήρχε ή δυνατότης να γίνουν αντιληπτά και βιώσιμα από όλους μας.
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΆΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ» ΚΟΥΦΑΛΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2011/11/blog-post_05.html#ixzz3JQEP7OfN