Κυριακή 25 Ιουνίου 2017

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: Χρειάζεται διάκριση στον πνευματικό αγώνα.


diakr-pnevm-agonas
Ὅταν ὁ πονηρὸς διάβολος γνωρίζῃ ὅτι βαδίζουμε σωστὰ στὴν ὁδὸ τῆς ἀρετῆς, μὲ ζωντανὲς ἐπιθυμίες καὶ σωστὰ τοποθετημένες καὶ μὲ τάξι, ἀπὸ τὶς ὁποῖες δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἀποσπάση μὲ φανερὲς ἀπάτες, τότε μεταμφιέζεται σὲ ἄγγελο φωτὸς καὶ μὲ φιλικοὺς λογισμοὺς καὶ μὲ ρητὰ τῶν θείων Γραφῶν καὶ μὲ παραδείγματα τῶν ἁγίων, μᾶς παρακινεῖ, εὐκαίρως ἀκαίρως, νὰ βαδίσουμε ἀδιάκριτα στὸ ὕψος τῆς τελειότητος, γιὰ νὰ μᾶς κάνῃ κατόπιν νὰ πέσουμε στὸν γκρεμό.
Ἔτσι μᾶς παρακινεῖ νὰ ταλαιπωροῦμε σκληρὰ τὸ σώμα μας μὲ νηστεῖες, ἐγκράτειες, μαστιγώσεις, χαμαικοιτίες καὶ ἄλλες παρόμοιες θλίψεις, ἢ γιὰ νὰ ὑπερηφανευθοῦμε νομίζοντας ὅτι κατωρθώσαμε μεγάλα πράγματα ἢ γιὰ νὰ μᾶς συμβῇ κάποια ἀσθένεια καὶ νὰ μὴν μποροῦμε νὰ κάνουμε καλὰ ἔργα, ἢ ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὴν ἄσκησι νὰ ἀηδιάσουμε καὶ νὰ συγχαθοῦμε τὶς πνευματικὲς ἀσκήσεις· καὶ ἔτσι σιγὰ σιγά, ἀφοῦ κρυώσουμε γιὰ τὸ καλό, νὰ πέσουμε μὲ περισσότερη ἐπιθυμία ἀπὸ πρὶν στὶς ἐπίγειες ἡδονὲς καὶ ξεφαντώματα.

Η πνευματική άνοδος δεν είναι ακίνδυνος!


eWYePBE2mVTGCmMTmdFQEDiPgb89As AKBcG-zDbXFASw1362-h1021-no
Η μετά του Θεού ένωσις είναι μυστήριον, το όποιον τελειούται εν τοις ανθρωπίνοις προσώποις.
Η χάρις ως φως αρχή της φανερώσεως δεν δύναται να παραμείνη αόρατος εν ημίν. Δεν είναι δυνατόν να μη αισθανθώμεν τον Θεόν, εάν η φύσις ημών είναι πνευματικώς υγιής. Η αναισθησία εν τη πνευματική ζωή είναι μία κατάστασις ανώμαλος. Πρέπει να δυνάμεθα να αναγνωρίζωμεν τας ατομικάς καταστάσεις και να κρίνωμεν τα φαινόμενα της μυστικής ζωής.
Δια τον λόγον αυτόν ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ αρχίζει τας πνευματικάς του διδασκαλίας δια των λόγων: «ο Θεός είναι πυρ, το οποίον αναζωογονεί και καταφλέγει τας καρδίας. Εάν αισθανθώμεν εις τας καρδίας ημών το εκ του δαίμονος προερχόμενον ψύχος διότι ο δαίμων είναι ψυχρός ας επικαλεσθώμεν τον Κύριον και Αυτός θα έλθη και θα αναζωπύρωση την καρδίαν ημών δια της προς Αυτόν και προς τον πλησίον αγάπης. Και προ της θερμότητος του ιδικού Του προσώπου το ψύχος του εχθρού θα διαλυθή».
Η χάρις θα γίνη γνωστή ως η χαρά, η ειρήνη, η εσωτερική θερμότης, ως το φως.
Αι καταστάσεις ακηδίας, της «μυστικής νυκτός», δεν έχουν την αυτήν έννοιαν εις την πνευματικότητα της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας.
Εν πρόσωπον το οποίον έρχεται ολονέν εις στενωτέραν ένωσιν μετά του Θεού, δεν δύναται να μείνη εκτός του φωτός. Εάν ευρίσκεται βεβυθισμένον εις τα σκότη, είναι διότι η φύσις του ημαυρώθη υπό τινός αμαρτίας, η διότι ο Θεός δοκιμάζει αυτό, δια να αύξηση έτι περισσότερον τον ζήλον του.
Αι καταστάσεις αύται παρέρχονται δια της υπακοής και της ταπεινοφροσύνης εις τας όποιας ο Θεός άπαντα φανερούμενος εκ νέου εις την ψυχήν, μεταδίδων το φως Του εις τον άνθρωπον, τον οποίον επ' ολίγον είχεν εγκαλείψει.
Η ακηδία είναι μία νοσηρά κατάστασις, η οποία δεν πρέπει να είναι διαρκής· ουδέποτε εθεωρήθη υπό των ασκητικών και μυστικών συγγραφέων της ανατολικής παραδόσεως ως απαραίτητος και κανονικός σταθμός της οδού προς την ένωσιν. Εις την οδόν ταύτην είναι εν σύνηθες δυστύχημα, πάντοτε όμως έπίφοβον.
Αποτέλεσμα της ακηδίας είναι η λύπη, η ανία, η ψύξις της καρδίας, η οποία δημιουργεί την αναισθησίαν. Είναι μία δοκιμασία η οποία θέτει τον άνθρωπον εις τα όρια του πνευματικού θανάτου. Διότι η προς την αγιότητα άνοδος, ο άγων δια το θείον φως, δεν είναι ακίνδυνος.
Εκείνοι οι όποιοι αναζητούν το φως, την συνειδητήν εν τω Θεώ ζωήν, διατρέχουν ένα μεγάλον πνευματικόν κίνδυνον, αλλά ο Θεός δεν τους αφήνει να πλανώνται εις τα σκότη.

Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος: Περί των οχτώ λογισμών της κακίας Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος


Περί των οχτώ λογισμών της κακίας
Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος
Σύντομη βιογραφία
Ο όσιος πατέρας μας Κασσιανός ο Ρωμαίος ζούσε όταν βασίλευε ο Θεοδόσιος ο Μικρός, γύρω στο έτος 451 μ.Χ. Από τα έργα τα οποία έγραψε, συμπεριλήφθηκαν εδώ ο λόγος «Περί των οχτώ λογισμών» και ο λόγος «Περί διακρίσεως», γιατί σταλάζουν κάθε λογής ωφέλεια και χάρη. Αυτούς τους λόγους τους αναφέρει και ο σοφότατος Φώτιος, λέγοντας στην 157η ανάγνωσή του τα εξής: «Και ο δεύτερος λόγος προς τον ίδιο (τον Κάστορα δηλαδή) απευθύνεται και επιγράφεται «περί των οχτώ λογισμών», περί γαστριμαργίας, πορνείας, φιλαργυρίας, οργής, λύπης, ακηδίας, κενοδοξίας και υπερηφάνειας. Οι λόγοι αυτοί είναι χρήσιμοι και ωφέλιμοι όσο κανένας άλλος για κείνους που έχουν αναλάβει τον ασκητικό αγώνα... Και τρίτος μικρός λόγος διαβάστηκε... που διδάσκει τι είναι διάκριση και ότι η διάκριση είναι μεγαλύτερη απ' όλες τις αρετές, και από τι γεννιέται αυτή, και ότι κυρίως είναι ουράνια δωρεά κλπ.» Η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του στις 29 Φεβρουαρίου, βραβεύοντάς τον με τιμές και εγκώμια.
Εισαγωγικά σχόλια
Ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός, ο επικαλούμενος Ρωμαίος, ανήκει στη χορεία των ασκητικών συγγραφέων. Αφού μόνασε στα μοναστικά κέντρα της Αιγύπτου, έγινε μαθητής του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου και αργότερα έκτισε μοναστήρι στη Μασσαλία, στο οποίο έγινε ηγούμενος. Έλαβε μέρος στις ακραίες αντιθέσεις μεταξύ Αυγουστίνου και Πελαγίου, υποστηρίζοντας την ορθόδοξη διδασκαλία, κατά την οποία απορρίπτεται εξίσου τόσο ο απόλυτος προορισμός του πρώτου, όσο και η αυτάρκεια της φύσεως του δευτέρου.
Ο άγιος Κασσιανός -του οποίου η μνήμη εορτάζεται στις 29 Φεβρουαρίου- έγραψε αρκετά έργα ασκητικά, από τα οποία οι έκδοτες της Φιλοκαλίας ξεχώρισαν το λόγο «περί των οκτώ της κακίας λογισμών», που απέστειλε στον επίσκοπο Κάστορα, και τον λόγο «περί διακρίσεως», που έστειλε στο ηγούμενο Λεόντιο. Τόσο ο ένας όσο και ο άλλος λόγος είναι πολύ ωφέλιμοι και στάζουν χάρη, κατά τον άγιο Νικόδημο. Πράγματι πρόκειται για συστηματική μελέτη των «οκτώ λογισμών της κακίας», όπου συμπυκνώνονται η εμπειρία των ασκητών αγίων που βίωσαν τις διάφορες φάσεις των ενεργημάτων των παθών αυτών.
Οι «λογισμοί» κατά βάθος αποτελούν τα θανάσιμα λεγόμενα πάθη, όταν, από την μη σωστή χρήση τους, σταδιακά γίνονται έξεις, αποκτούν δύναμη, στερεώνονται στην ψυχή, αναχωνεύονται με τη νοερή ουσία της και μεταβάλλονται σε «σκληρές ουσίες», κατά την έκφραση του αββά Ισαάκ του Σύρου.

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

Λόγος γιά τόν κανόνα τοῦ κελιοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ


Λόγος γιά τόν κανόνα τοῦ κελιοῦ
Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
 Ἀπό τό βιβλίο “ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ”
Τόμος γ΄
«Μπές στό ἰδιαίτερο δωμάτιό σου, κλεῖσε τήν πόρτα σου καί προσευχήσου ἐκεῖ κρυφά στόν Πατέρα σου· καί ὁ Πατέρας σου, πού βλέπει τίς κρυφές πράξεις, θά σέ ἀνταμείψει φανερά»1. Νά πῶς ὁρίζει ὁ Χριστός τήν προσευχή στή μόνωση τοῦ κελιοῦ.
Ὁ Κύριος, πού μᾶς πρόσταξε νά προσευχόμαστε στή μόνωση, ἔκανε πολύ συχνά κι Ἐκεῖνος τό ἴδιο στή διάρκεια τῆς ἐπίγειας παρουσίας Του, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τό Εὐαγγέλιο2. Ὥστόσο, μήν ἔχοντας ποῦ νά γείρει τό κεφάλι3, ἀντί ν᾿ ἀναζητεῖ ἕνα ἥσυχο κελί, συνήθιζε νά καταφεύγει στίς σιωπηλές βουνοκορφές καί στά σκιερά ἀμπέλια.
Πρίν σταυρωθεῖ γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ὁ Κύριος προσευχήθηκε ἔξω ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ, σ᾿ ἕναν ἀπόμερο τόπο, πού λεγόταν Γεσθημανή4. Ὁ Θεάνθρωπος γονάτισε ἐκεῖ. Ἀπό τόν ἔντονο προσευχητικό ἀγώνα Του ἄφθονος ἱδρώτας, πού γινόταν σάν σταγόνες αἵματος, κυλοῦσε ἀπό τό πρόσωπό Του κι ἔπεφτε στή γῆ5. Στή Γεσθημανή ὑπῆρχαν αἰωνόβια ἐλαιόδενδρα. Τήν ἡμέρα, ὅταν ὁ ἥλιος ἔριχνε τίς ἀκτίνες του στή γῆ, ἐκεῖ ἁπλωνόταν πυκνή σκιά. Τότε, ὅμως, ἦταν νύχτα, ἡ σκοτεινή νύχτα τῆς Παλαιστίνης. Ὁ Κύριος δέν μοιραζόταν μέ κανέναν τήν προσευχή Του.Μακριά Του ἦταν οἱ κοιμισμένοι μαθητές, γύρω Του ἡ κοιμισμένη φύση. Σ᾿ αὐτόν τόν τόπο ἥρθε μέ τό ὁπλισμένο πλῆθος ὁ προδότης. Ὁ Ἰούδας γνώριζε ποῦ καί πότε συνήθιζε νά προσεύχεται ὁ Ἰησοῦς6.
Τό σκοτάδι τῆς νύχτας κρύβει τά ἀντικείμενα ἀπό τά βλέμματα τῶν περιέργων. Ἡ ἡσυχία τῆς νύχτας ἀποτρέπει τόν διασκορπισμό τοῦ νοῦ μέσω τῆς ἀκοῆς. Μέσα στό σκοτάδι καί τήν ἡσυχία μπορεῖ κανείς νά προσευχηθεῖ, προτίμησε τή νύχτα καί τή μόνωση, ὥστε, ἐκτός ἀπό τήν ἐντολή Του γιά τήν προσευχή, νά ἔχουμε καί τό παράδειγμα Του. Μήπως ὁ Ἴδιος χρειαζόταν τήν προσευχή; Ἐνῶ ὡς ἄνθρωπος ἦταν μαζί μας στή γῆ, ὡς Θεός ἦταν ἀχώριστα ἑνωμένος μέ τόν Πατέρα καί τό Πνεῦμα, τά δύο ἄλλα Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔχοντας μ᾿ Αὐτά ἐνιαία βούληση καί ἐξουσία.
«Μπές στό ἰδιαίτερο δωμάτιό σου, κλεῖσε τήν πόρτα σου καί προσευχήσου ἐκεῖ κρυφά στόν Πατέρα σου». Τήν προσευχή σου ἄς μήν τή γνωρίζει οὔτε τό ἀριστερό σου χέρι7! Ἄς μήν τή γνωρίζει οὔτε φίλος οὔτε συγγενής οὔτε κι ἡ ἴδια ἡ κενοδοξία, πού κατοικεῖ στήν καρδιά σου καί σέ παρακινεῖ νά μιλήσεις, ὑπαινικτικά ἔστω, γιά τήν προσευχητική ἄσκησή σου.Κλεῖσε τήν πόρτα τοῦ κελιοῦ σου στούς ἀνθρώπους, πού ἔρχονται ν᾿ ἁρπάξουν τήν προσευχή σου καί νά σοῦ δώσουν κούφια λόγια. Κλεῖσε τήν πόρτα τοῦ νοῦ σου στίς ἀσήμαντες σκέψεις, πού ἐμφανίζονται γιά νά σέ ἀποσπάσουν ἀπό τήν προσευχή. Κλεῖσε τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς σου στά ἁμαρτωλά αἰσθήματα, πού προσπαθοῦν νά σέ ταράξουν καί νά σέ μολύνουν, «καί προσευχήσου ἐκεῖ κρυφά στόν Πατέρα σου».

Ο ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού


        Στα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα εμφανίστηκε στην Εκκλησία μας μια νέα μορφή ζωής, ο μοναχισμός. Βεβαίως η έννοια του μονήρη βίου δεν ήταν άγνωστη στην αρχαία Εκκλησία. Οι περισσότεροι από τους αποστόλους ήταν και παρέμειναν άγαμοι, αφιερωμένοι στην ιεραποστολή της Εκκλησίας. Το ίδιο και ο απόστολος Παύλος, ο οποίος παροτρύνει τους πιστούς, όσοι επιθυμούν, να τον μιμηθούν, ώστε να αφιερωθούν απερίσπαστοι στην διακονία της Εκκλησίας (Α΄Κορ.7,7). Πολλοί πιστοί παρέμειναν «εν παρθενία» μέσα στον κόσμο, στις χριστιανικές κοινότητες. Ζούσαν βίο αυστηρό με εγκράτεια, νηστεία και προσευχή και υπηρετούσαν τους αναξιοπαθούντες συνανθρώπους τους.

Ο απολογητής της αρχαίας Εκκλησίας Αθηναγόρας (2ος αιών), έγραψε στην περίφημη απολογία του, πως «θα συναντήσεις στις χριστιανικές κοινότητες και άνδρες και γυναίκες οι οποίοι έχουν περάσει τη ζωή τους στην αγαμία, ελπίζοντας πως έτσι καλλίτερα θα ενωθούν με το Θεό». Πολλοί Πατέρες και διδάσκαλοι της αρχαίας Εκκλησίας ήταν επίσης άγαμοι, όπως ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, ο άγιος Πολύκαρπος Σμύρνης, ο Ωριγένης, και άλλοι.
      Ο αναχωρητισμός εμφανίστηκε στις αρχές του 4ου μ. Χ. αιώνα, σχεδόν με τη λήξη των φοβερών διωγμών κατά των χριστιανών. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον αναχωρητισμό ως μια μορφή διαφορετικού αγώνα με εκείνη των διωγμών. Οι αναχωρητές μοναχοί με την εθελούσια μόνωσή τους ανέλαβαν τον τιτάνιο αγώνα για την κάθαρση του κόσμου από την αμαρτία και το κακό. Ο αναχωρητής μοναχός αναλάμβανε προσωπική πάλη με τον «άρχοντα του κόσμου τούτου» (Ιωάν.12,31), τον διάβολο, και έκανε πράξη την προτροπή του Κυρίου για την εκβολή του από την δημιουργία του Θεού.
      Η μονήρης ζωή των αναχωρητών έγινε  αποδεκτή από την Εκκλησία και κατέστη τρόπος ζωής πολλών πιστών. Οι  αναχωρητές μοναχοί δεν θεωρούσαν ότι αποκόπτονται από το εκκλησιαστικό σώμα, αλλά αντίθετα μέσα στην σωματική τους μόνωση βίωναν δια της προσευχής και της άσκησης το μυστήριο της κοινωνίας της Εκκλησίας. Δεν προσεύχονταν και δεν προσεύχονται τόσο για τον εαυτό τους, όσο για τη σωτηρία του κόσμου. Πολύ γρήγορα αυτή η σωματική μόνωση αντικαταστάθηκε από τη μοναχική κοινοβιακή ζωή, η οποία υπήρξε κανόνας για την Εκκλησία μας. 

Ορθόδοξη ησυχαστική και ασκητική παράδοση


Του Μόσχου Εμμανουήλ Λαγκουβάρδου "
Τίς δε συγκατάθεσις Θεού μετά ειδώλων; Υμείς γαρ ναός Θεού εστέ ζώντος, καθώς είπεν ο Θεός." (Β΄Κορ.ΣΤ΄23-28)

Κάθε ορθόδοξος χριστιανός είναι μέρος της ορθόδοξης ησυχαστικής και ασκητικής παράδοσης.Για τους μοναχούς λέγεται ότι κάθε μοναχός είναι όλη η ησυχαστική και ασκητική παράδοση. Αν χαθούν όλα τα συγγράμματα της ορθόδοξης ησυχαστικής και ασκητικής παράδοσης, ένας μοναχός είναι σε θέση να τα ξαναγράψει. Δεν είναι ανάγκη λοιπόν να γνωρίζει ο ορθόδοξος χριστιανός , τί είναι η ορθόδοξη ησυχαστική και ασκητική παράδοση για να μιλήσει γι΄ αυτήν. Φτάνει να γνωρίζει τον εαυτό του και να μετέχει της μυστηριακής ζωής της Εκκλησίας. Όταν μας ρωτούν τί είναι ορθόδοξη ησυχαστική και ασκητική παράδοση είναι σαν να μας ρωτούν ποιοι είμαστε ή τί είναι η ζωή μας ή τί είναι Εκκλησία. Η απάντηση είναι "έρχου και ίδε". Όταν ρώτησαν τον άγιο Νείλο, τί είναι θεολογία; απάντησε. Θεολογία είναι να προσεύχεσαι σωστά. Όταν προσεύχεσαι σωστά είσαι θεολόγος. Ο άγιος Πατέρας σωστή προσευχή εννοεί την προσευχή του Ονόματος του Ιησού,την νοερά προσευχή. Στην νοερά προσευχή η προσοχή μας είναι στραμμένη στις λέξεις "Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό", τις οποίες επαναλαμβάνουμε με το νου μας αδιαλείπτως. Μια φορά ο Άγιος Αντώνιος είδε τις παγίδες του διαβόλου ανοιχτές παντού κι αναρωτήθηκε, ποιος θα σωθεί; Άκουσε τότε μια φωνή να του λέει, πάρε τις παγίδες και κανείς δεν σώζεται. Οι άγιοι, χιλιάδες χρόνια πριν από σήμερα, γνώριζαν ότι μετέχοντας στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, η σκοτεινή νύχτα μέσα μας γίνεται πιο φωτεινή από μέρα. Όταν είμαστε παιδιά ,από ένα μέχρι εφτά ή οχτώ χρονών, μπαίνουμε σ΄ ένα λαβύρινθο και την υπόλοιπη ζωή μας προσπαθούμε να βγούμε από αυτόν.Αυτό γίνεται γιατί ως παιδιά δεν έχουμε ακριβή αντίληψη των πραγμάτων. Είναι σαν να βλέπουμε αντί τα ίδια τα πράγματα, τις σκιές τους στον τοίχο. Η γάτα μοιάζει με τρομερή τίγρη που μας φοβίζει. Έτσι ο εσωτερικός μας κόσμος γεμίζει στα παιδικά μας χρόνια με τρομερά τέρατα. Η κριτική σκέψη δεν μπορεί να ρίξει φως και να δείξει στον άνθρωπο που φοβάται να κοιτάξει ότι οι φόβοι του είναι αστήρικτοι.

Το πρόβλημα της εξέλιξης της τάξης-Ο ρόλος του μοναχισμού Alexander Schmemann, Η Εκκλησία προσευχόμενη, εισαγωγή στη λειτουργική θεολογία,


 
Για να κατανοήσουμε το μοναδικό ρόλο που έπαιξε ο μοναχισμός στην ιστορία της λατρείας, είναι απαραίτητο πρώτα να θυμηθούμε τη γενική εκκλησιαστική σημασία του μοναχισμού, τη θέση και τη σημασία του κατά την εποχή που εμφανίστηκε. Είναι γνωστό ότι οι απαρχές της μοναστικής κίνησης αναζητούνται σε ποικίλες αιτίες, αλλ' η εποχή που οι μελετητές ενθουσιάζονταν απ' αυτές τις φανταστικές υποθέσεις ευτυχώς έχει περάσει. Η στενή σχέση του βασικού μοναχικού ιδεώδους προς το ιδεώδες και την έναντι του κόσμου στάση της αρχαίας Εκκλησίας, όπως και η προέλευση του αρχαίου μοναχισμού από τον ηθικό και πνευματικό μαξιμαλισμό της εποχής, πριν από τη σύνοδο της Νίκαιας, θα πρέπει να θεωρηθούν σαν δεδομένες και αποδεδειγμένες. Η θεμελιακή αυτή σχέση δεν αποκλείει, φυσικά, ούτε την πρωτοτυπία μερικών μορφών ζωής και ασκητισμού που υιοθέτησε ο μοναχισμός, ούτε τη δυνατότητα εξωτερικών επιδράσεων που ασκήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της εξέλιξης, ούτε ακόμη τον σωστά ονομαζόμενο πλουραλισμό των μοναχικών "ιδεολογιών", που αφορά το σκοπό και την πορεία αυτής της εξέλιξης. Γενικά υπάρχει μια αναντίλεκτη σχέση προς την αρχαία χριστιανική κλήση ότι "ἑνός ἐστί χρεία" (Λουκ. 10, 42). Κι αυτή ακριβώς η βαθιά σχέση μεταξύ μοναχισμού και πρωτοχριστιανικού κηρύγματος είναι εκείνη που εξηγεί την εξαιρετική και γρήγορη επιτυχία του από τα σχεδόν πρώτα-πρώτα χρόνια της ύπαρξης της Εκκλησίας. Πολύ γρήγορα ο μοναχισμός έγινε ένα είδος κέντρου έλξης στη ζωή της Εκκλησίας, ένας από τους μεγάλους πόλους της εκκλησιαστικής κοινότητας. Φαίνεται πως έχει δίκαιο ο Bouyer ό ταν αναζητεί τη φύση και την επιτυχία του μοναχισμού στον εσχατολογικό του χαρακτήρα, στο ότι, δηλαδή, ενσάρκωνε την εξωκόσμια ουσία του Ευαγγελίου, τη στιγμή μάλιστα που η Εκκλησία κινδύνευε να εκφυλιστεί σε μια "φυσική" τάξη και να ξεχάσει ότι ανήκε στον αιώνα της βασιλείας του Θεού (1). Ο μοναχισμός ξεπρόβαλλε σαν μια σχεδόν ασυνείδητη και ενστικτώδης αντίδραση στην εκκοσμίκευση της Εκκλησίας -όχι μόνο με την έννοια της έκπτωσης των ηθικών της ιδανικών και του πάθους για αγιότητα, αλλά και με την έννοια της εισόδου της, ας το πούμε έτσι, στη "διακονία του κόσμου", του κράτους, της κοινωνίας, των φυσικών αξιών στη διακονία καθενός που (μετά την πτώση της ειδωλολατρίας) περίμενε να πάρει από το χριστιανισμό μια θρησκευτική "επικύρωση" και "καθιέρωση". "Στην κυριολεξία", γράφει ο L . Βο uyer, "ο μοναχισμός δεν έφερε τίποτε το ουσιαστικά καινούριο στην Εκκλησία. Αποτελούσε μόνο έκφραση, με νέα μορφή όπως απαιτούσαν οι περιστάσεις, του εσχατολογικού χαρακτήρα του χριστιανισμού, που τόσο έντονα ζούσαν οι πρώτοι χριστιανοί και του οποίου ενσάρκωση αποτελούσε το μαρτύριο» (2). Εάν στο μοναχισμό η απάρνηση του κόσμου έπαιρνε τέτοιες ριζικές μορφές, ώστε σχεδόν να εξαφανίζεται το αρχικό κοσμικό στοιχείο της χριστιανικής πίστης και μερικές φορές να γίνεται άρνηση των αξιών του κόσμου και του ανθρώπου, αυτό μπορεί να εξηγηθεί, τουλάχιστον μερικώς, από το φόβο εκκοσμίκευσης των μελών της Εκκλησίας. Και είναι δυνατό να υπολογίσουμε την έκταση αυτής της εκκοσμίκευσης, διαβάζοντας τα ομιλητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου που σώθηκαν. Από την άποψη αυτή αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε αυτή την de facto συμφωνία που έγινε μεταξύ εκκλησιαστικής ιεραρχίας και μοναχισμού, που στο Βυζάντιο οδήγησε στον τελικό έλεγχο της Εκκλησίας από τους μοναχούς. Η επίδραση του μοναχισμού στη λειτουργική εξέλιξη αυτής της περιόδου θα πρέπει λοιπόν να εξηγηθεί κάτω από το φως αυτής της βασικής σχέσης μοναχικής κίνησης και νέας θέσης της Εκκλησίας στον κόσμο.