Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Αυτός ο κόσμος είναι πεδίο μάχης

 

Αυτός ο κόσμος είναι πεδίο μάχης στο οποίο συνέχεια δίδεται ο αγώνας για τον Χριστός και ενάντια στο Χριστό.

Αυτός ο κόσμος είναι πεδίο μάχης στο οποίο συνέχεια δίδεται ο αγώνας για τον Χριστό και ενάντια στο Χριστό.

Εκείνοι που είναι από τον Θεό παλεύουν για τον Χριστό και νικούν εκείνους που είναι ενάντια στον Χριστό, τους νικούν με τον Χριστό-Θεό που είναι μέσα τους.

Αυτός είναι στους ανθρώπινους κόσμους μας ο μόνος Νικητής της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου.

Ο,τιδήποτε προέρχεται απ” αυτά και εργάζεται γι” αυτά, είτε αυτό είναι επιστήμη, ή πολιτισμός, ή θρησκεία, ή τέχνη, ή φιλοσοφία, ή κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα έχει νικηθεί από τον Χριστό.

Οι σκλάβοι των αντιχριστιανικών ιδεών (και είναι πάντα του αντιχρίστου) είναι ποικίλοι και πολυάριθμοι, και μ” όλα τα μέσα μάχονται ενάντια στον Χριστό.

Πράγματι, «ότι ουκ έστιν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ. Στ΄ 12).

Η πανοπλία της πάλης μας είναι οι ευαγγελικές αρετές: η μακροθυμία, η αγάπη προς τους εχθρούς, η προσευχή, η νηστεία, η αλήθεια, το δίκαιο, η καλοσύνη, η πραότητα, η ταπεινοφροσύνη και άλλα (βλ. Εφεσ. Στ΄, 13-18).

Παλεύοντας με τούτα τα όπλα, εμείς πάντα «υπερνικώμεν» με τη βοήθεια του Κυρίου Χριστού, ο οποίος μας αγαπά (Ρωμ. η΄, 37).

Γι” αυτό ο άγιος Θεολόγος ευαγγελίζεται: «Υμείς εκ του Θεού εστε, τεκνία, και νενικήκατε αυτούς, ότι μείζων εστίν ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω».

 

Πηγή: π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ερμηνεία των Επιστολών του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, εκδόσεις εν Πλώ

Όταν δεν ξέρεις τι να κάνεις… Κάνε ό,τι θα έκανε ο Χριστός! Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς




Όταν δεν ξέρεις τι να κάνεις… Κάνε ό,τι θα έκανε ο Χριστός!
Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς

«Ελάτε να συλλαβήσουμε εν προσευχή το Ευαγγέλιο της Ορθοδοξίας και την Ορθοδοξία του Ευαγγελίου. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ο αγιασμός μας και ο φωτισμός μας, το φως μας και η παιδεία μας (δες Α Κορ. 1,30. Ιωάν. 8,12).

Αυτός έχει οδεύσει όλη την οδό της ανθρώπινης ζωής και κατέστησε δυνατόν το όλο έργο του αγιασμού και φωτισμού του ανθρώπου με την αιώνια αλήθεια και την αιώνια ζωή.

Εάν έλθεις σε απορία μπροστά σε κάποιο πράγμα ή είσαι σε αμηχανία τι να κάνεις, στρέψε το βλέμμα σου προς τον Κύριο Ιησού και ρώτησε τον εαυτό σου:

αυτό το πράγμα θα το έκανε Εκείνος;

Και αν θα το έκανε Εκείνος, κάμε το και συ, διότι θα είναι αυτό άγιο και θα αγιάζει και φωτίζει.

Εάν όμως δεν θα το έκανε Εκείνος, μην το κάνεις και συ, διότι θα είναι ανόσιο, και θα οδηγεί στο σκότος και τον θάνατο»
(αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς. Άνθρωπος και Θεάνθρωπος σελ.65)

Ο άνθρωπος γίνεται Χριστιανός ζώντας και βιώνοντας τον Χριστό. Άλλη οδός δεν υπάρχει. Γίνεσαι Χριστιανός και γνωρίζεις τον Χριστό, εάν κάθε τι που είναι του Χριστού το βιώσεις σαν δικό σου… Θα γνωρίσεις την αγάπη του Χριστού, εάν την βιώσεις: θα γνωρίσεις την αλήθεια του Χριστού, αν τη βιώσης. Το ίδιο και τη ταπείνωση και τη δικαιοσύνη του Χριστού, και το πάθος Του και το θάνατό Του και την ανάστασή Του…

Όποιος δεν διδάσκει την αιώνια ζωή, είναι ψεύτικος παιδαγωγός. Το να οδηγήσης τον μαθητή σου στην πρακτική του Ευαγγελίου, είναι ο σκοπός του ορθοδόξου θεολόγου παιδαγωγού. Αυτό και τίποτα άλλο.

Μόνον ο άγιος είναι ο αληθινός διδάσκαλος και παιδαγωγός, αληθινός «διαφωτιστής», και μόνον η αγιότης είναι ο αληθινός φωτισμός.

Ο ασκητής της πίστεως, οδηγείται και χειραγωγείται από την προσευχή και ο ίδιος βλέπει διά μέσου της προσευχής, αισθάνεται διά μέσου της προσευχής, σκέφτεται διά μέσου της προσευχής και ζεί διά μέσου της προσευχής.

Δεν υπάρχει τίποτε δυσκολότερο και πιο υπεύθυνο σε αυτό τον γήινο κόσμο από το καθήκον της χριστιανής μητέρας. Επειδή το κύριο καθήκον της είναι να εξασφαλίσει στα τέκνα της την αθανασία και την αιώνια ζωή. Αν τούς εξασφαλίσει αυτά, έχει εξασφαλίσει για τον εαυτό της τον παράδεισο στους ουρανούς. Αν δεν το κατορθώσει όμως, η ψυχή της θα κατρακυλήσει στην κόλαση όπου ο αιώνιος κλαυθμός και βρυγμός των οδόντων.

Μόνον ο «πράος τη καρδία» καταπραΰνει τας επαναστατημένας και αγρίας καρδίας˙ μόνον ο ταπεινός τη καρδία ταπεινώνει τας υπερηφάνους και αλαζονικάς ψυχάς… Εάν είσαι του Χριστού, ταπείνωσε τον εαυτό σου μέχρι του σκώληκος: σάρκωσε τον εαυτό σου εις τον πόνον του κάθε πονεμένου, εις την θλίψην του κάθε θλιμμένου, εις το πάθος του κάθε βασανισμένου, εις το άλγος του κάθε ζώου και πουλιού. Ταπείνωσε τον εαυτό σου πιο κάτω απ’ όλους: να είσαι τα πάντα τοις πάσι, αλλά διά Χριστόν και κατά Χριστόν. Όταν είσαι μόνος σου προσευχήσου: Πραότατε Κύριε, καταπράϋνον την αγρίαν ψυχήν μου!! – Ταπεινέ Κύριε, ταπείνωσέ με διά της ταπεινώσεώς Σου!!

Όσιος αββάς Παύλος ο Θηβαίος, η συνάντηση με τον άγιο Αντώνιο τον Μέγα
https://iconandlight.wordpress.com/2016/01/15/%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CE%B2%CE%B2%CE%AC%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%BF-%CE%B8%CE%B7%CE%B2%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82-%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7/

Ήχος πλ. Α΄. Χαίροις ασκητικών
Στ.: Καυχήσονται Όσιοι εν δόξη, και αγαλλιάσονται επί των κοιτών αυτών.

Χαίροις, του Χρυσοστόμου πατρός, ο εραστής και μαθητής επιστήθιος, θεόσοφε Ιουστίνε, εξ ου τα θεία σαφώς, έγνως εν εκστάσει πόθω ζέοντι, και γέγονας χείμαρρος, θείου λόγου χριστόρρειθρος, και τον έρωτα, υπανάπτων τον άϋλον. Έκτεινον ούν τας χείράς σου, ω Πάτερ τρισόλβιε, και την του Πνεύματος χάριν, τοις σε τιμώσι κατάγαγε, κλεινέ Ιουστίνε, της Τριάδος της Αγίας, κήρυξε θεόφθογγος.


“Ο Οικουμενισμός ως αναίρεση της Οικουμενικότητος της Εκκλησίας κατά τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς” – Του Σεβ.Μητρ.Πειραιώς κ.Σεραφείμ

 



Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

Ἐν Πειραιεῖ τῇ 14ῃ  Νοεμβρίου 2019

 

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΠΕΘ «Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΟΥΣΤΙΝΟ ΠΟΠΟΒΙΤΣ»

Ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις Θεολόγων (ΠΕΘ) διοργανώνει τήν Παρασκευή καί Σάββατο 15 καί 16 Νοεμβρίου στό ξενοδοχεῖο ΤΙΤΑΝΙΑ στήν Ἀθήνα Διεθνές Θεολογικό Συνέδριο ὑπό τήν αἰγίδα τῆς ΔΙΣ μέ θέμα «Ὀρθόδοξη Θεολογία καί Παιδεία. Ἡ συμβολή τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς καί τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόσφκυ». Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς τήν Παρασκευή καί ὥρα 5 μμ θά εἰσηγηθῆ τό θέμα: «Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΟΥΣΤΙΝΟ ΠΟΠΟΒΙΤΣ», τό ὁποῖο καί δημοσιοποιοῦμε.

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

 

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΟΥΣΤΙΝΟ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιώς Σεραφείμ

           Το μείζον πρόβλημα για την ανθρωπότητα σήμερα είναι η παγκοσμιοποίηση, ήτοι: η γιγαντιαία προσπάθεια, από αφανείς παράγοντες, να ενοποιηθεί ο κόσμος. Να παραμεριστούν όλα εκείνα τα στεγανά, τα οποία δημιουργούν διαχωριστικά στα κράτη, στα έθνη, στους λαούς. Η παγκοσμιοποίηση έχει τρία σκέλη: το πολιτικό σκέλος, το οποίο αποβλέπει στην πολιτική ενοποίηση της ανθρωπότητας, δηλαδή την υπαγωγή όλων των κρατών σε μια ενιαία παγκόσμια κυβέρνηση, το οικονομικό σκέλος, το οποίο αποβλέπει στην οικονομική ενοποίηση των οικονομιών όλων των κρατών, και την πνευματική – θρησκευτική ενοποίηση της ανθρωπότητας, με τη συνένωση – συγκερασμό όλων των θρησκειών και των θρησκευτικών πίστεων σε ένα παγκόσμιο, τερατώδες  θρησκευτικό σχήμα. Στην δημιουργία της πυρετωδώς προωθουμένης εφιαλτικής Πανθρησκείας, η οποία θα συσταθεί από στοιχεία όλων των θρησκειών, θα εκφράζει τις υπάρχουσες θρησκείες, και ο καθένας θα βρίσκει σ’ αυτή την θρησκευτικότητα, που εκφράζει την υποκειμενικότητά του. Στην ομιλία μας θα αναφερθούμε στο τρίτο σκέλος της παγκοσμιοποιήσεως, στην θρησκευτική παγκοσμιοποίηση, η οποία αποκαλείται Οικουμενισμός και ο οποίος επιβουλεύεται την καθολικότητα της Αγίας μας Εκκλησίας, της αληθινής και επωφελούς για την ανθρωπότητα οικουμενικότητας.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

       Ο Οικουμενισμός αποτελεί, στις τραγικές, αποκαλυπτικές  και εσχατολογικές  ημέρες μας, ένα τεραστίων διαστάσεων πρόβλημα, το οποίο, εξελισσόμενο, φανερώνει ολίγον κατ’ ολίγον τον ερεβώδη χαρακτήρα του και αποκαλύπτει τα δαιμονικά του σχέδια, για την πνευματική υποδούλωση της ανθρωπότητας. Οι αφανείς σκαπανείς του Οικουμενισμού φρόντισαν να δημιουργήσουν το κατάλληλο «κλίμα» για την προώθηση και την εδραίωση της θρησκευτικής παγκοσμιοποιήσεως της ανθρωπότητας. Φρόντισαν να δημιουργήσουν συνθήκες πνευματικής συγχύσεως, ώστε να αμβλύνονται σταδιακά οι παραδεδομένες θρησκευτικές πίστεις. Να σπέρνουν τη σχετικότητα και την αμφιβολία, ώστε ο σύγχρονος άνθρωπος να βιώνει μια απίστευτης έκτασης θρησκευτική Βαβέλ και μια πρωτοφανή άμβλυνση της θρησκευτικής πίστεως. Κι’ ακόμα, να αποζητά μια μορφή ενωθρησκείας. Ήτοι: να πιστεύεται από τους οπαδούς όλων των θρησκευτικών πίστεων, ότι ο ίδιος Θεός λατρεύεται από όλες τις θρησκείες. Ότι όλες οι θρησκείες είναι οι διαφορετικοί τρόποι και δρόμοι προσεγγίσεως του ιδίου Θεού. Ότι καμιά θρησκεία δεν έχει την πληρότητα της αλήθειας, αλλά και ότι καμιά θρησκεία δεν είναι κακή. Ότι τελικά μπορούμε να βρίσκουμε αλήθειες και αξίες και στις άλλες θρησκείες και μπορούμε να οραματιζόμαστε ότι κάποτε θα μπορέσουμε ενωμένοι, να λατρεύουμε τον ένα Θεό, κάτω από ένα κοινά αποδεκτό θρησκευτικό σχήμα. Αυτές είναι οι αρχές του Οικουμενισμού και της Πανθρησκείας, τα οποία αμφότερα είναι απότοκα του συγχρόνου πνεύματος της «Νέας Υδροχοϊκής Εποχής», το οποίο ήρθε, ως δήθεν «ανανεωτικό πνεύμα» για να εκτοπίσει την λεγομένη «Εποχή των Ιχθύων», η οποία ταυτίζεται με την δισχιλιόχρονη χριστιανική εποχή. Να φέρει δήθεν την πολυπόθητη γνώση, την ειρήνη, την ελευθερία και την ευημερία στην ανθρωπότητα, που της στέρησε ο «κακός» Χριστιανισμός. Να κατορθώσει αυτό που δεν κατάφερε εκείνος. Γι’ αυτό και η σύγχρονη θρησκευτική παγκοσμιοποίηση, ο Οικουμενισμός, χαρακτηρίζεται a priori ως αντιχριστιανικό κίνημα.

    Δυστυχώς το πνεύμα του θρησκευτικού συγκρητισμού έγινε δεκτό από μεγάλο μέρος του κόσμου και κύρια από ισχυρούς ηγέτες, οι οποίοι πίστεψαν και πιστεύουν

πως με την θρησκευτική ενοποίηση του κόσμου θα εξαλειφτούν οι πόλεμοι, οι φανατισμοί, οι γενοκτονίες κλπ. Στις αρχές του 20ου αιώνα ιδρύθηκε ο παγκόσμιος οργανισμός «ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ», ο πρόδρομος του σημερινού «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ» για τη διεθνή συνεργασία και την από κοινού λύση των παγκόσμιων προβλημάτων. Ταυτόχρονα γεννιέται και η προσπάθεια αλληλογνωριμίας, εγκαινιασμού διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ των χριστιανικών δογμάτων και μεταξύ των θρησκειών. Το «ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ» άρχισε να δραστηριοποιείται παράλληλα με την «ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ».

       Στα 1948 συστήθηκε ο «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ» στη θέση της «ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ» και ταυτόχρονα ιδρύεται το «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ», για να προάγει την χριστιανική ενότητα. Σχεδόν ταυτόχρονα η θεοσοφίστρια Άνυ Μπέιλυ δήλωσε πως «Μέσα στον Ο.Η.Ε. βρίσκεται ο σπόρος και το σπέρμα μιας μεγάλης διεθνούς και διαλογιζόμενης ομάδας σκεπτόμενων και πληροφορημένων ανδρών και γυναικών, στα χέρια των οποίων βρίσκεται το πεπρωμένο της ανθρωπότητας…» και ίδρυσε μια Μ.Κ.Ο. υπό την αιγίδα του Ο.Η.Ε. την «Παγκόσμια Καλή Θέληση» (World Goodwill), της οποίας εκφρασμένος στόχος είναι «να εξυπηρετήσει την προετοιμασία της ανθρωπότητας για την επανεμφάνιση του “Χριστού”»! Φυσικά δεν πρόκειται για τον Χριστό της Εκκλησίας, αλλά για εκείνον που θα έρθει στο όνομά του, τον αντί του Χριστού ερχόμενο.

       Το περιβόητο ΠΣΕ δεν είναι τίποτε άλλο από ένα καλοστημένο όργανο των αφανών ηγητόρων και προωθητών της θρησκευτικής ενοποιήσεως της ανθρωπότητας. Ιδρύθηκε, κατ’ αρχήν, για να ενοποιήσει τον κατακερματισμένο αιρετικό προτεσταντικό χριστιανισμό. Όμως με την είσοδο σ’ αυτό και της Ορθοδόξου Εκκλησίας, πήρε πανχριστιανικές διαστάσεις, ώστε να θεωρείται, ύστερα από έξι δεκαετίες, ως μια «υπερ-εκκλησία». Είναι γνωστό πως σε αυτό το τερατούργημα συνυπάρχουν ισότιμα  όλες οι πλάνες, έως τις πλέον κακόδοξες. Τα τελευταία χρόνια άρχισαν να συμμετέχουν στις συνελεύσεις του και αλλόθρησκοι, οι οποίοι μάλιστα έχουν και λόγο και τελούν κάποιες τελετουργίες τους, όπως οι ανιμιστές της Αυστραλίας το 1991. Στη συνέλευσή του στο Πουσάν της Ν. Κορέας συνέβησαν φρικτά πράγματα, με αποκορύφωμα την κοινή συγγνώμη, μαζί και των ορθοδόξων συνέδρων, για το ότι είμαστε χωρισμένοι!

       Ο αιρετικός Παπισμός υιοθέτησε τον Οικουμενισμό με την Β΄ Βατικανή Σύνοδο (1962-1965), η οποία τον έντυσε με «συνοδικό» μανδύα. Με το γνωστό «Διάταγμα περί Οικουμενισμού» ο Παπισμός κάνει «άνοιγμα» προς τις άλλες εκκλησίες και τις θρησκείες.  Εφαρμογή δε του Διατάγματος είναι οι διαθρησκειακές συναντήσεις της Ασίζης.

         Στο ισοπεδωτικό άρμα του οικουμενισμού έχει προσδεθεί και μέρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας. Πολλοί κληρικοί, όλων των βαθμών, καθηγητές, θεολόγοι και «διανοούμενοι» έγιναν κήρυκες της προσέγγισης και της ένωσης της Ορθοδοξίας με τις άλλες «εκκλησίες», χωρίς εκείνες να αποκηρύξουν απαραίτητα τις πλάνες τους. Ο οικουμενισμός έκαμε την εμφάνισή του στον ορθόδοξο χώρο στις αρχές του 20ού αιώνα, με τις γνωστές εγκυκλίους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, α) του 1902 προς τους προκαθημένους των Ορθόδοξων Εκκλησιών για την ανάγκη προσεγγίσεως με τις άλλες «εκκλησίες» και β) του 1920, ως συνέχεια της προηγούμενης, αποκαλώντας αυτές «συγγενείς και οικείας εν Χριστώ και συγκληρονόμους και συσσώμους της επαγγελίας του Θεού εν Χριστώ»! Η δε

συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών επέτεινε την οικουμενιστική νοοτροπία πολλών ορθοδόξων, ώστε πια να θεωρείται «απόλυτος προορισμός» η ένωσή μας με την ετεροδοξία! Μάλιστα πολλοί φανατικοί θιασώτες της

«Οικουμενικής Κινήσεως» έφτασαν στο σημείο να θεωρούν ως «επιβίωση της Ορθοδοξίας» την «ένωση των εκκλησιών»!

      Συρθήκαμε οι ορθόδοξοι σε ατέρμονους διαλόγους με τους αιρετικούς, οι οποίοι αποδείχτηκαν απόλυτα αναποτελεσματικοί. Οι αιρετικοί δεν μετακινούνται από τις πλάνες τους. Και το χειρότερο: μας οδήγησαν να προσπαθούμε να κατανοήσουμε «ορθοδόξως» τις πλάνες τους!

 

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΠΟΔΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

        Αυτός είναι συνοπτικά ο Οικουμενισμός, ο οποίος βρίσκεται στον αντίποδα της οικουμενικότητας της Εκκλησίας του Χριστού, η οποία δεν είναι άλλη από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία μας. Αυτός «υποκαθιστά η αποσιωπά την αλήθεια της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και του υπαρκτικού μυστηρίου της σωτηρίας, για χάρη της κοινωνιστικής και πιετιστικής αντίληψης ενός ιδεολογικού χριστιανισμού», παρατηρεί εύστοχα σύγχρονος θεολόγος (Χ. Γιανναράς, Αλήθεια και ενότητα της Εκκλησίας, Αθήνα 1997, σ. 196 επ.).

      Ο Οικουμενισμός είναι η δαιμονικής εμπνεύσεως αναίρεση της καθολικότητας και οικουμενικότητας της Εκκλησίας μας. Αυτό τονίζει διαπρύσια ο νεοφανής άγιος της Σερβικής Εκκλησίας Ιουστίνος Πόποβιτς. Ένας μεγάλος θεολόγος και ομολογητής της Ορθοδοξίας μας. Μια μεγάλη πνευματική και πατερική μορφή, εφάμιλλος των μεγάλων Πατέρων της αρχαίας Εκκλησίας. Στα θεοφώτιστα συγγράμματά του θα στηριχτούμε, για να αποδείξουμε ότι ο Οικουμενισμός αποβλέπει να καταλύσει την μοναδικότητα και την καθολικότητα της Εκκλησίας μας.

       Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήρθε στον κόσμο να σώσει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Με το επί γης σωτηριώδες έργο Του απολύτρωσε «παγγενή τον Αδάμ», ολόκληρη την ανθρωπότητα. Έδωσε εντολή στους μαθητές Του να περιτρέξουν ολόκληρη την οικουμένη, «έως εσχάτου της γης» (Πραξ.1,8), για να κηρύξουν το μήνυμα της καθολικής σωτηρίας. Τους παράγγειλε: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ.28,18), να μη μείνει κανένας άνθρωπος, κανένας λαός, εκτός της εν Χριστώ σωτηρίας. Ήρθε, ακόμη, να άρει τις τραγικές και καταστροφικές συνέπειες της πτώσεως και της αμαρτίας. Ο απόστολος Παύλος έγραψε πως : «ὅτι ἦτε ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ χωρὶς Χριστοῦ, ἀπηλλοτριωμένοι τῆς πολιτείας τοῦ ᾿Ισραὴλ καὶ ξένοι τῶν διαθηκῶν τῆς ἐπαγγελίας, ἐλπίδα μὴ ἔχοντες καὶ ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ. νυνὶ δὲ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ὑμεῖς οἱ ποτὲ ὄντες μακρὰν ἐγγὺς ἐγενήθητε ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ. αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἓν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας, τὴν ἔχθραν, ἐν τῇ σαρκὶ αὐτοῦ τὸν νόμον τῶν ἐντολῶν ἐν δόγμασι καταργήσας, ἵνα τοὺς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην, καὶ ἀποκαταλλάξῃ τοὺς ἀμφοτέρους ἐν ἑνὶ σώματι τῷ Θεῷ διὰ τοῦ σταυροῦ, ἀποκτείνας τὴν ἔχθραν ἐν αὐτῷ· καὶ ἐλθὼν εὐηγγελίσατο εἰρήνην ὑμῖν τοῖς μακρὰν καὶ τοῖς ἐγγύς» (Εφ.2,12-17). Με άλλα λόγια, ο Χριστός έφερε μια νέα πραγματικότητα στη γη. Έπηξε την αγία Του Εκκλησία, να είναι η αληθινή, η γνήσια, η επωφελής για την ανθρωπότητα, παγκοσμιότητα. Να επανενώσει τον κατακερματισμένο, εξαιτίας της πτώσεως και της αμαρτίας, κόσμο. Να αδελφοποιήσει τους ανθρώπους και τους λαούς. Να εδραιώσει την χαμένη ειρήνη και τη δικαιοσύνη. Η δισχιλιόχρονη ιστορία

της Εκκλησίας μαρτυρεί ξεκάθαρα ότι η μόνη αναγενννητική και ενοποιός δύναμη στην ανθρωπότητα υπήρξε η Εκκλησία του Χριστού. Αυτή εξημέρωσε τον αγριεμένο

πτωτικό κόσμο και ενέπνευσε έναν νέο πολιτισμό και δημιούργησε μια νέα πρωτόγνωρη κοινωνία αγάπης, ειρήνης και συναδελφώσεως, φανερούμενη και βιούμενη στις πρωτοχριστιανικές κοινότητες, τις οποίες θαύμαζαν ακόμα και οι διώκτες τους!

      Η Εκκλησία καλείται Καθολική, διότι τα όριά της είναι απεριόριστα στο χώρο και στο χρόνο. Και ακόμα διότι ενσαρκώνει την μοναδική και σώζουσα αλήθεια. Ο Χριστός δεν ήρθε στον κόσμο να ιδρύσει μια ακόμα θρησκεία, έστω την καλλίτερη, αλλά να αλλάξει τον κόσμο, να τον «ανακεφαλαιώσει» στο θείο πρόσωπό Του (Εφ.1,10), να τον απαλλάξει από τη δουλεία του διαβόλου και τη φθορά της αμαρτίας και να δημιουργήσει την «καινή κτίση» (Β΄Κορ.5,17). Να τον επαναφέρει στην προπτωτική του κατάσταση και να του δώσει ξανά την προοπτική της «χριστοποίησής» του (Κολ.3,10).    

       Όμως ο διάβολος, ο «άρχων του κόσμου τούτου» (Ιωάν.16,11), ο «κοσμοκράτορας του αιώνος τούτου» (Εφ.6,1) ανθίσταται σθεναρά στην κατεδάφιση του δαιμονικού του κράτους, πολεμώντας λυσαλέα την Εκκλησία του Χριστού. Με τα επί γης όργανά του, στους σύγχρονους εσχατολογικούς χρόνους, δημιούργησε τη δική του παγκοσμιοποίηση, η οποία, όπως προαναφέραμε, βρίσκεται στον αντίποδα της οικουμενικότητας της Εκκλησίας κι ακόμα στον αντίποδα των σκοπών της. Ο Οικουμενισμός είναι η φρικώδης χοάνη, η οποία δέχεται κάθε πίστη και αναμιγνύει την αλήθεια με το ψεύδος, με στόχο τη νόθευση και την εξουδετέρωσή της. Πρόκειται αναμφίβολα για την σατανικότερη εφεύρεση του διαβόλου!

 

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΟΥΣΤΙΝΟ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

      Για τον άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός παρατεινόμενος εἰς ὅλους τούς αἰώνας καί εἰς ὅλην τήν αἰωνιότητα. Ἀλλά μαζί μέ τόν ἄνθρωπον καί διά τόν ἄνθρωπον, ἀνήκει εἰς τήν Ἐκκλησίαν καὶ ὁλόκληρος ἡ κτίσις τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ πᾶν τὸ δημιουργηθὲν ἀπὸ τὸν Θεὸν Λόγον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐπὶ τῆς γῆς· πάντα ταῦτα ἀποτελοῦν τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς τὸ σῶμα της, τοῦ ὁποίου ἡ κεφαλὴ εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός» (Ι. Πόποβιτς, Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός, Θεσσαλονίκη 1974). Κατά συνέπεια τίποτε δεν μένει εκτός της Εκκλησίας, τα πάντα είναι Εκκλησία. Ως εκ τούτου η Εκκλησία είναι καθολική, παγκόσμια, πανκοσμική. Δεν δυναστεύει, δεν εξουσιάζει, δεν καταδικάζει, δεν συνθλίβει, δεν εξαφανίζει τον άνθρωπο, την κοινωνία, τους λαούς, αλλά θεραπεύει, αγιάζει, σώζει, θεώνει, όσους θέλουν να σωθούν. Τονίζει και πάλι ο άγιος Ιουστίνος: «ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινον ἐργαστήριον εἰς τὸ ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι θεανθρωποποιοῦνται, χριστοποιοῦνται, θεοῦνται, δηλαδὴ μεταμορφώνονται εἰς θεανθρώπους κατὰ χάριν, εἰς χριστοὺς κατὰ χάριν, εἰς θεοὺς κατὰ χάριν» (όπου, ανωτ.). Κι ακόμα, σέβεται απόλυτα την ελευθερία κάθε ανθρωπίνου προσώπου να δέχεται, η να απορρίπτει την εν Χριστώ σωτηρία του. Είναι γνωστό πως ουδεμία περίπτωση εξαναγκασμού χρησιμοποίησε ποτέ. Ίδιον των εξαναγκασμών υπήρξε η ποικίλη αιρετική ετεροδοξία, η οποία αμαύρωσε την ιστορία της Εκκλησίας με τις ολέθριες ιστορικές επιλογές της, με αποκορύφωμα την «Ιερή Εξέταση» του παναιρετικού Παπισμού, την ρίζα όλων των συγχρόνων αιρέσεων και κακοδοξιών κι ακόμα: την  ρίζα της γενικότερης κακοδαιμονίας του κόσμου!  

      Για τον άγιο Γέροντα ομολογητή, «Η ιδία η φύσις της Εκκλησίας είναι καθολική, διότι ο θεανθρώπινος οργανισμός της Εκκλησίας, ούσης το Σώμα του

Χριστού, περιέχει τα πάντα: ολόκληρον την δημιουργίαν του Θεού, ακριβέστερον την Οικονομίαν του Θεού περί κόσμου και ανθρώπου. Ο Θεάνθρωπος Χριστός δι’ Εαυτού ήνωσε κατά τελειώτατον και πληρέστατον τρόπον τον Θεόν με τον άνθρωπον, και δια του ανθρώπου όλους τους κόσμους και όλην την κτίσιν, διότι είναι ουσιαστικώς συνδεδεμένη με τον άνθρωπον και η ένωσις αυτή εν Χριστώ είναι η υπόστασις της καθολικότητος της Εκκλησίας. Ο Θεανθρώπινος οργανισμός της Εκκλησίας του Χριστού περιλαμβάνει και τον Θεόν και τον άνθρωπον και τα “πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε (εισί) θρόνοι, είτε αρχαία, είτε κυριότητες, είτε εξουσίαι” (Κολ.1,16), διότι “τα πάντα δι’ αυτού – του Θεανθρώπου – και εις Αυτόν – τον Θεάνθρωπον – έκτισται … και συνέστηκε, και Αυτός εστίν η κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας”» (Κολ.1,17-18» (όπου ανωτ.). Αυτή είναι η καθολικότητα και η παγκοσμιότητα της Εκκλησίας.

        Για τον άγιο Ιουστίνο, η Εκκλησία, με κεφαλή το Χριστό, είναι μία και αδιαίρετη, «Η Εκκλησία, τονίζει, ούσα καθολικώς εις και μοναδικός θεανθρώπινος οργανισμός εις όλους τους κόσμους, δεν είναι δυνατόν να διαιρεθεί. Κάθε διαίρεσις θα εσήμαινε τον θάνατόν της» (όπου ανωτ.). Κατά συνέπεια οι αιρέσεις, δηλαδή τα αποκομμένα μέλη της, όσο και η προσπάθεια συνένωσής των, άνευ της προϋποθέσεως της μετανοίας, είναι συμπτώματα ξένα από τη φύση της Εκκλησίας. Οι αιρέσεις δεν μπορεί να είναι εκκλησία. Μάλιστα, όπως τονίζει: «Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα δια τους ψευδοχριστιανούς, δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του ευρίσκεται η καρδία όλων των ευρωπαϊκών Ουμανισμών με επικεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλαι αι ψευδοεκκλησίαι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινόν ευαγγελικόν όνομά των είναι η παναίρεσις». Κι΄ακόμα: «Η Εκκλησία δεν είναι μόνο μία, αλλά και μοναδική. Εν τω Κυρίω Ιησού δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν πολλά σώματα, κατά τον ίδιον τρόπον δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν εν αυτώ πολλές Εκκλησίες. Εν τω θεανθρωπίνω αυτού σώματι η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, όπως ο Θεάνθρωπος, ο Χριστός, είναι ένας και μοναδικός» (Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς «Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας», Αναδημοσίευση από τη γαλλική μετάφραση στον Ορθόδοξο Τύπο). Ο Οικουμενισμός, σχετικοποιώντας την μια και σώζουσα αλήθεια της Εκκλησίας, η οποία είναι ένσαρκη στο θεανδρικό πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού, αναιρεί φρικωδώς την μοναδικότητα και την καθολικότητα της Εκκλησίας. Την περιορίζει σε μια από τις πολλές «εκκλησίες». Την υποβιβάζει και την μεταποιεί σε μια από τις μυριάδες αιρέσεις, τις οποίες αναβιβάζει σε «εκκλησίες». Κι ακόμα χειρότερα: την εξισώνει με τις θρησκείες του κόσμου, οι οποίες κάλλιστα μπορούν να θεωρηθούν ως τα πλέον εμφανή έργα του αυτονομημένου από το Θεό ανθρώπου. Ως τα πλέον τραγικά πτωτικά συμπτώματα της ανθρώπινης ιστορίας.

       Αναιρεί ο Οικουμενισμός την σωστική δύναμη της Εκκλησίας, του «Σώματος του Χριστού» (Α΄Κορ.12,27), προσδίδοντας στις αιρέσεις και τις θρησκείες του κόσμου τη δυνατότητα σωτηρίας και απολυτρώσεως. Αντίθετα, όπως τονίζει ο άγιος Ιουστίνος: «Μόνον εἰς τὴν ὀργανικὴν ἕνωσιν μὲ τὸ θεανθρώπινον σῶμα τῆς Ἐκκλησίας (σ.σ. ως Εκκλησία εννοεί την Ορθόδοξο Καθολική Εκκλησία) καὶ ὡς “σύσσωμος” αὐτοῦ τοῦ θαυμαστοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾷ τὴν πλήρη αἴσθησιν καὶ ἐπίγνωσιν καὶ πεποίθησιν ὅτι ὄντως ὑπάρχει μόνον “εἷς Κύριος”, ἡ Παναγία Τριάς· μόνον “μία πίστις”, ἡ πίστις εἰς τὴν Παναγίαν Τριάδα (Ἐφ. 3, 6· 4, 13· 4, 5. Ἰουδ. 3)· μόνον “ἕν βάπτισμα”, τὸ βάπτισμα εἰς τὴν Παναγίαν Τριάδα (Ματθ. 28,19) καὶ μόνον “εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων, καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν ἡμῖν” (Ἐφ. 4, 6). “Εἷς ὁ ἐπὶ πάντων Πατὴρ ὃς καὶ διὰ πάντων διὰ τὸν ἐξ αὐτοῦ Λόγον καὶ ἐν πᾶσι διὰ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος”. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὸ αἰσθάνεται καὶ ζῇ μὲ αὐτὸ σημαίνει ὅτι διάγει τὸν βίον ἀξίως τῆς χριστιανικῆς κλήσεως (Ἐφ. 4, 1. πρβλ. Ρωμ. 12, 2. Κολ. 3, 8-17. Α’ Θεσσ. 2, 7)· μὲ μίαν λέξιν, σημαίνει ὅτι εἶναι χριστιανός» (όπου ανωτ.). κατά συνέπεια, έξω από τα όρια της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία, όπως δεν υπάρχει και σωτήρας. Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι ο μοναδικός Σωτήρας και λυτρωτής το κόσμου, αφού σύμφωνα με τον απόστολο Πέτρο, ο Χριστός «ἐστιν ὁ λίθος ὁ ἐξουθενηθεὶς ὑφ᾿ ὑμῶν τῶν οἰκοδομούντων, ὁ γενόμενος εἰς κεφαλὴν γωνίας. καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πραξ.4,11-12). Φρίκη προκαλούν οι οικουμενιστικές δοξασίες ότι τα σωστικά όρια της Εκκλησίας εκτείνονται πέραν των κανονικών της ορίων, ότι δηλαδή υπάρχει σωτηρία, όχι μόνον στις αιρέσεις, αλλά και στις άλλες θρησκείες ακόμη και με την στρέβλωση των λόγων του Χριστού για τον άνεμο, που ταυτίζουν βλάσφημα με το Πανάγιο Πνεύμα! Εύλογα τίθεται το ερώτημα: ποια είναι η σημασία της πιστότητός μας να είμαστε ορθόδοξοι;

Εδώ εγείρεται το μείζον θέμα της εν Κρήτῃ συνελθούσης «Συνόδου» η οποία δυστυχώς δια τους συμμετέχοντας δεν κατέγνωσε τις εν χώρῳ και χρόνῳ υφιστάμενες αιρέσεις και κακοδοξίες και δεν οριοθέτησε έναντι αυτών των κακοδοξιών την αποκεκαλυμένη αλήθεια, αλλ΄ αντιθέτως απεδέχθη την «ιστορική» ονομασία των, προσφέρουσα ούτω άλλοθι της κακοδοξίας και της αλλοιώσεως της αποστολικοπαραδότου πίστεως.

     Σκοπός της Εκκλησίας είναι η καθολική σωτηρία του κόσμου «Η θεανθρωπίνη καθολικότης της Εκκλησίας, έγραψε ο όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς, είναι εις την πραγματικότητα μια διαρκής κατά χάριν και αρετήν χριστοποίησης του ανθρώπου: τα πάντα και οι πάντες συνάγονται και συγκεφαλαιούνται εις τον Θεάνθρωπον Χριστόν, και τα πάντα βιούνται εν Αυτώ ως ιδικά μας και οικεία, όπως ζη ένας αδιαίρετος  θεανθρώπινος οργανισμός. Διότι όλη η ζωή εν τη Εκκλησία είναι μια θεανθρωπίνη καθολικοποίησις, μια κατά χάριν και αρετήν θέωσις και χριστοποίησις και θεανθρωποποίησις και τριαδοποίησις και εκκλησιοποίησις» (Όπου ανωτ.). Αντίθετα, ο Οικουμενισμός δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως, ίσως και καθόλου, για τη σωτηρία του ανθρώπου, αλλά κυρίως για την επίτευξη κοσμικών στόχων, όπως είναι η ειρήνη, η κοινωνική συνύπραξη και αλληλεγγύη, δηλαδή ταυτίζεται με τους στόχους του ουμανισμού, ο οποίος προσπαθεί να αναβιβάσει τον άνθρωπο στη θέση του Θεανθρώπου και να εξαφανίσει τον Θεάνθρωπο, ως άχρηστο. Άλλωστε, σύμφωνα με τον άγιο Ιουστίνο, ο ευρωπαϊκός ουμανισμός «η αστική κοινωνία (η επιβολή του ατόμου ως μονάδος) και ο ουμανιστικός κοινωνισμός (η βίαια επιβολή του εγωϊστικού ατόμου ως μονάδος) έχουν θρησκευτικάς ρίζας. Και πράγματι, επειδή εις την ευρωπαϊκήν Δύσιν ο Χριστιανισμός μετεβάλετο βαθμιαίως εις ουμανισμόν, ήτο φυσικόν η μεταβολή αυτή να έχη τας συνεπείας της εις όλας τας περιοχάς της ανθρωπίνης ζωής … Επί πολύν καιρόν και επιμόνως εστένευον τον Θεάνθρωπον και εις το τέλος εσμύκριναν Αυτόν εις άνθρωπον: τον αλάθητον άνθρωπον της Ρώμης και τον όχι ολιγώτερον αλάθητον άνθρωπον του Βερολίνου» (Όπου ανωτ.). Για τούτο αποκαλεί τον ουμανισμό, τον πατέρα του Οικουμενισμού ως «βρυκόλακα των ημερών μας». Φυσικό ήταν λοιπόν να εμφανιστεί και να ανδρωθεί ο Οικουμενισμός μέσα σε αυτό το «κλίμα», της σμικρύνσεως του θεανθρώπου και της «θεοποιήσεως» του ανθρώπου.

      Γι’ αυτό και η συμμετοχή των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην λεγομένη «οικουμενική κίνηση», και κυρίως στο παναιρετικό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», κατά τον άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, αποτελεί προδοσία κατά της Εκκλησίας. Δε μπορεί να συμβιβαστεί, ούτε ως σκέψη, να υπάρξει συμμετοχή της Εκκλησίας σε συνονθύλευμα αιρετικών, όπου σμυκρίνεται ο Θεάνθρωπος και «θεοποιείται» ο άνθρωπος. Οποιαδήποτε συμμετοχή σε διαχριστιανικά και διαθρησκειακά φόρα, τα οποία δεν έχουν ως κύριο στόχο τη σωτηρία του ανθρώπου, αλλά την επίτευξη κοσμικών σκοπιμοτήτων αποτελεί έκπτωσι από την Αλήθεια-Χριστό. Σε δραματική έκκλησή του προς την Ιερά Σύνοδο της Σεβρικής Εκκλησίας το 1975, ερωτά: «Έως πότε θα εξευτελίζωμεν δουλικώς την Αγίαν μας Ορθόδοξον Αγιοπατερικήν και Αγιοσαββιτικήν

Εκκλησίαν δια της οικτρώς και φρικωδώς αντιαγιοπαραδοσιακής στάσεώς μας έναντι του Οικουμενισμού και του λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών». Και διερωτάται: «Ήτο άραγε απαραίτητον η Ορθόδοξος Εκκλησία, αυτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σώμα και οργανισμός του Θεανθρώπου Χριστού, να ταπεινωθή τόσον τερατωδώς, ώστε οι αντιπρόσωποί της Θεολόγοι, ακόμη και Ιεράρχαι, να επιζητούν την οργανικήν μετοχήν και συμπερίληψιν εις το ΠΣΕ; Αλοίμονον, ανήκουστος προδοσία». Γνώριζε κάλλιστα ο άγιος και θεοφώτιστος Όσιος ότι το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» αποτελεί τη βάση οικοδόμησης του τρίτου πυλώνα της παγκοσμιοποιήσεως, ο οργανισμός, ο οποίος θα συννενώσει όλες τις αιρέσεις, πλάνες και κακοδοξίες και εν τέλει θα καταβροχθίσει τις θρησκείες του κόσμου, για να πραγματοποιηθεί το πανθρησκειακό όραμα των παγκοσμιοποιητών. Είναι αναμφίβολα, ο προάγγελος της εφιαλτικής Πανθρησκείας. Άλλωστε στις τραγικές και αποκαλυπτικές ημέρες μας το πανθρησκειακό όραμα παίρνει σάρκα και οστά. Η Πανθρησκεία δεν είναι μια ουτοπία, μια φαντασιοπληξία, όπως διαλαλούν οι αφανείς σκαπανείς της, αλλά μια ορατή πραγματοποιήσημη κατάσταση. Αυτή θα αποτελέσει, εν τέλει και σύμφωνα με τα αγιογραφικά και πατερικά προφητικά κείμενα, την θρησκεία του μεγάλου άνομου, ο οποίος βρίσκεται ante portas.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

     Συμπερασματικά να τονίσουμε πως ο Οικουμενισμός αποτελεί την μέγιστη δαιμονική απάτη και συνωμοσία της ανθρώπινης ιστορίας. Την χειρότερη επίθεση του διαβόλου κατά του Θεού, της Εκκλησίας και του ανθρώπου. Ο «ανθρωποκτόνος απ’ αρχής» (Ιωάν.8,9), βλέποντας, ότι «ολίγον χρόνον έχει», έγειρε όσες δυνάμεις του έχουν απομείνει, με σκοπό να καταστρέψει την Εκκλησία του Χριστού. Μέσα στον έσχατο και έχθιστο σκοτασμό του τρέφει την ψευδαίσθηση ότι θα μπορέσει να επιτύχει του στόχου του, να ματαιώσει το σωστικό έργο της Εκκλησίας και να κυριαρχήσει στους ανθρώπους. Ο Οικουμενισμός είναι αναμφίβολα το τελευταίο και επιθετικότερο σχέδιό του. Βλέποντας ότι δεν κατόρθωσε να καταλύσει την δύναμη της Εκκλησίας με τους διωγμούς και τις αιρέσεις, έρχεται τώρα δια του Οικουμενισμού να νοθεύσει την σώζουσα αλήθειά της, διότι γνωρίζει πολύ καλά πως η σωτηρία του ανθρώπου είναι συνώνυμη με την αποκεκαλυμμένη αλήθεια. Γι’ αυτό πασχίζει να συνενώσει την Εκκλησία με τις αιρέσεις και τις θρησκείες του κόσμου, ώστε να χαθεί η σώζουσα αλήθειά της στην χοάνη των πλανών του Οικουμενισμού. Ο άθεος Ουμανισμός, η έσχατη αυτή ανταρσία του ανθρώπου κατά του Θεού, γέννησε τον Οικουμενισμό, ο οποίος επιχειρεί να αναιρέσει την οικουμενικότητα της Εκκλησίας. Με την δική του αντίχριστη παγκοσμιοποίηση θέλει να παραμερίσει την παγκοσμιότητά της Εκκλησίας και να εδραιώσει, στη θέση της «καινής κτίσεως», της φανερώσεως της βασιλείας του Θεού, την «Νέα τάξη Πραγμάτων», ήτοι την δαιμονική κατάσταση, η οποία θα σημάνει και το τέλος του ανθρώπου, ως ανθρώπου, μεταβάλλοντάς τον σε ανδράποδο και την κοινωνία σε επι γης κόλαση, αφού, κατά τον θεοφώτιστο  άγιο και ομολογητή Ιουστίνο, «Όλοι οι ουμανισμοί του ευρωπαίου ανθρώπου κατ’ ουσίαν δεν είναι άλλο τι ή αδιάκοπος επανάστασις κατά του Θεανθρώπου Χριστού, Καθ’ όλους τους δυνατούς τρόπους συντελείται η ανατροπή όλων των αξιών, ο Θεάνθρωπος παντού αντικαθίσταται υπό του ανθρώπου, εις όλους τους ευρωπαϊκούς θρόνους ενθρονίζεται ο άνθρωπος του ευρωπαϊκού ουμανισμού» (Όπου ανωτ.). Όταν το «μέτρον πάντων» γίνεται ο άνθρωπος και μάλιστα ο πτωτικός άνθρωπος, ο άνθρωπος χωρίς τον Θεάνθρωπο, τότε η φρίκη είναι αναπόφευκτη και η καταστροφή βεβαία. Ιδού γιατί ο όλεθρος και η καταστροφή του κόσμου της παγκοσμιοποιήσεως είναι αναπόφευκτη και βεβαία!

     Υπάρχει ελπίδα; Βεβαίως! Η Ελπίδα ημών είναι ο Σαρκωμένος Υιός και Λόγος του Θεού, ο Οποίος έγινε άνθρωπος για να απολυτρώσει το ανθρώπινο γένος από την αιχμαλωσία του διαβόλου, την δουλεία της αμαρτίας, τη φθορά  και το θάνατο. Απαραίτητη προϋπόθεση της σωτηρίας μας είναι η οντολογική ένωση με Αυτόν, να γίνουμε οργανικά «μέλη Χριστού» (Α΄Κορ.12,27), αναπόσπαστα κύτταρα του θεανδρικού Του Σώματος, ώστε καμιά αντίθεη δύναμη να μπορεί να μας καταβάλει. Ο άγιος Ιουστίνος συμβουλεύει: «Είσαι μέλος της Εκκλησίας; Τούτο σημαίνει ότι είσαι συνεχώς “συν πάσι τοις αγίοις” και μέσω αυτών μαζί με τον θαυμαστόν και θαυματουργόν Κύριον Ιησούν Χριστόν. Όταν είσαι μαζί Του, τότε είσαι ολόκληρος άπειρος και άγιος, ολόκληρος αιώνιος, ολόκληρος αγάπη και αλήθεια, ολόκληρος δικαιοσύνη και ολόκληρος προσευχή. Όλα είναι ιδικά σου έχουν την αυτήν καρδίαν και την αυτήν ψυχήν “συν πάσι τοις αγίοις”, ο νους σου είναι καθολικός, καθολική είναι η ψυχή σου, καθολική και η καρδία, καθολική η αλήθεια και η ζωή σου». Και καταλήγει: «…μόνον δια της Εκκλησίας και εν τη Εκκλησία οι άνθρωποι αποκτούν το τέλος  και το παντέλος, το νόημα και το παννόημα της ανθρωπίνης υπάρξεως εις όλους τους κόσμους» (όπου ανωτ.). Και φυσικά αυτή η Εκκλησία δεν είναι άλλη από την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, την Ορθοδοξία μας. Η αληθινή Εκκλησία του Χριστού, στην οποία συντελείται η αναγέννηση του ανθρώπου και σύμπασης της δημιουργίας!

Ανθρωπιστικός Οικουμενισμός – Αρχ. Ιουστίνος Πόποβιτς

 




Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα δια τους ψευδοχριστιανισμούς, δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του ευρίσκεται η καρδία όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών (ανθρωπισμών), με επί κεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλαι οι ψευδοεκκλησίαι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινόν ευαγγελικό όνομά των είναι η παναίρεσις. Διατί; Διότι στο διάστημα της ιστορίας οι διάφορες αιρέσεις ηρνούντο ή παραμορφώνουν ιδιώματα τινά του Θεανθρώπου και Κυρίου Ιησού, οι δε ευρωπαϊκές αυτές αιρέσεις απομακρύνουν ολόκληρο τον Θεάνθρωπο και στην θέση του τοποθετούν τον Ευρωπαίον άνθρωπον. Εδώ δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ του Παπισμού, Προτεσταντισμού, Οικουμενισμού και άλλων αιρέσεων, ων το όνομα «λεγεών».

Το ορθόδοξο δόγμα, μάλλον το πανδόγμα περί της Εκκλησίας, απερρίφθη και αντικατεστάθη δια του λατινικού αιρετικού παν-δόγματος περί του πρωτείου και του αλάθητου του πάπα, δηλαδή του ανθρώπου. Εξ αυτής δε της παναιρέσεως γεννήθηκαν και γεννώνται συνεχώς άλλες αιρέσεις: το Filioque, η αποβολή της Επικλήσεως, τα άζυμα, η εισαγωγή της κτιστής χάριτος, το καθαρτήριον πυρ, το θησαυροφυλάκιο των περισσών έργων, η μηχανοποιημένη διδασκαλία περί της σωτηρίας και ως εκ τούτου μηχανοποιημένη διδασκαλία περί της ζωής, ο παποκαισαρισμός, η Ιερά Εξέτασις, τα συγχωροχάρτια, ο φόνος του αμαρτωλού δια την αμαρτία, ο ιησουϊτισμός, η σχολαστική, η καζουιστική, ο μοναρχισμός, ο κοινωνικός ατομικισμός διαφόρων ειδών…

Ο Προτεσταντισμός; Είναι το πλέον πιστό τέκνο του Παπισμού, το οποίον δια της ορθολογιστικής σχολαστικής του πίπτει δια μέσου των αιώνων από την μίαν αίρεσιν στην άλλην αίρεσιν και πνίγεται συνεχώς στα διάφορα δηλητήρια των αιρετικών πλανών του. Προς τούτοις, η παπιστική υψηλοφροσύνη και η «αλάθητος» αφροσύνη βασιλεύει απολυταρχικός και ερημώνει τας ψυχάς των πιστών του. Κατ’ αρχήν έκαστος Προτεστάντης είναι ένας ανεξάρτητος πάπας εις όλα τα ζητήματα της πίστεως. Τούτο δε πάντοτε οδηγεί από τον ένα πνευματικόν θάνατον στον άλλον΄ τέλος αυτού του «αποθνήσκειν» δεν υπάρχει, καθ’ ότι ο αριθμός των πνευματικών θανάτων του ανθρώπου είναι αναρίθμητος.

Αφού ούτως έχουν τα πράγματα, τότε δια τον παπιστικόν-προτεσταντικόν Οικουμενισμόν με την ψευδοεκκλησίαν του και τον ψευδοχριστιανισμό του δεν υπάρχει διέξοδος από το αδιέξοδόν του, άνευ ολοψύχου μετανοίας ενώπιον του Θεανθρώπου Χριστού και της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας Του. Η μετάνοια είναι το φάρμακο δι’ εκάστην αμαρτίαν, φάρμακο δοθέν στον άνθρωπον από τον μόνον Φιλάνθρωπο.

Άνευ της μετανοίας και εισδοχής στην Αληθινή Εκκλησία του Χριστού είναι αφύσικο και αδιανόητο να ομιλή τις περί της ενώσεως «των Εκκλησιών», περί του διαλόγου της αγάπης, περί της intercommunio (δηλ. διακοινωνίας). Το σπουδαιότερο όλων είναι να γίνη τις «σύσσωμος» το Θεανθρωπίνου σώματος της Εκκλησίας του Χριστού και δια τούτου κοινωνός της ψυχής της Εκκλησίας, του Άγιου Πνεύματος, και κληρονόμος όλων των αιωνίων αγαθών του Θεανθρώπου.

1. Ο σύγχρονος «διάλογος της αγάπης», ο οποίος τελείται υπό τη μορφή γυμνού συναισθηματισμού, είναι στην πραγματικότητα ολιγόπιστη άρνηση του σωτηριώδους αγιασμού του Πνεύματος και της πίστεως της Αλήθειας (Β’ Θεσ. 2, 13), δηλαδή της μοναδικής σωτηριώδους «αγάπης της αληθείας» (Β’ Θεσ. 2, 10). Η ουσία της αγάπης είναι η αλήθεια΄ η αγάπη ζει και υπάρχει αληθεύουσα. Η αλήθεια είναι η καρδιά κάθε θεανθρώπινης αρετής, επομένως και της αγάπης. Και κάθε μία από αυτές κηρύττει και ευαγγελίζεται τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού ως τον μόνο ο οποίος είναι η σάρκωση και η εικόνα της Θείας Αλήθειας, δηλαδή της Παναλήθειας. Εάν τυχόν υπήρχε περίπτωση να είναι η αλήθεια οτιδήποτε άλλο και όχι ο Θεάνθρωπος Χριστός, τότε αυτή θα ήταν μικρή, ανεπαρκής, πεπερασμένη, θνητή. Τέτοια θα ήταν η αλήθεια, εάν ήταν νόημα, ιδέα, θεωρία, νους, επιστήμη, φιλοσοφία, κουλτούρα, ο άνθρωπος, η ανθρωπότητα, ο κόσμος ή όλοι οι κόσμοι, ή οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε ή όλα αυτά μαζί. Η αλήθεια όμως είναι Πρόσωπο και μάλιστα το πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, του δεύτερου προσώπου της Αγίας Τριάδος, και ως εκ τούτου είναι αθάνατη και μη πεπερασμένη, αιώνια. Διότι στον Κύριο Ιησού η Αλήθεια και η Ζωή είναι ομοούσιες: η Αλήθεια η αιώνια και η Ζωή η αιώνια (πρβλ. Ιω. 14, 6′ 1, 4.17). Εκείνος ο οποίος πιστεύει στον Κύριο Ιησού αυξάνει ακαταπαύστως δια της Αληθείας Του στις θείες της απεραντοσύνες. Αυξάνει με όλο το είναι του, με όλη τη διάνοιά του, με όλη την καρδιά και την ψυχή του. Εν Χριστώ οι άνθρωποι ζούμε «αληθεύοντες εν αγάπη», διότι μόνον έτσι μπορούμε να «αυξήσωμεν εις Αυτόν τα πάντα, ος εστίν η κεφαλή, ο Χριστός» (Εφ. 4, 15). Αυτό πραγματοποιείται πάντοτε «συν πάσι τοις αγίοις» (Εφ. 3, 18), πάντοτε μέσα στην Εκκλησία και δια της Εκκλησίας, διότι αλλιώς δεν μπορεί ο άνθρωπος να αυξάνει σ’ Εκείνον, «ος εστίν η κεφαλή» του σώματος της Εκκλησίας, δηλαδή στον Χριστόν.
Ας μην απατούμε τον εαυτό μας. Υπάρχει και ο «διάλογος του ψεύδους», όταν οι διαλεγόμενοι συνειδητά ή ασυνείδητα ψεύδονται ο ένας στον άλλο. Τέτοιος διάλογος είναι οικείος στον «πατέρα του ψεύδους», τον διάβολο, «ότι ψεύστης εστί και ο πατήρ αυτού» (Ιω. 8, 44). Οικείος είναι και σ’ όλους τους εκούσιους ή ακούσιους συνεργάτες του, όταν αυτοί θελήσουν να πραγματοποιήσουν το «καλό» τους δια του κακού, να φθάσουν στην «αλήθεια» τους με τη βοήθεια του ψεύδους. Δεν υπάρχει «διάλογος της αγάπης» χωρίς τον διάλογο της αλήθειας. Διαφορετικά τέτοιος διάλογος είναι αφύσικος και ψευδής. Γι’ αυτό και η εντολή του Αποστόλου ζητεί να είναι «η αγάπη ανυπόκριτος» (Ρωμ. 12, 9).

Ο αιρετικο-ουμανιστικός χωρισμός και η διαίρεση της αγάπης και της αλήθειας είναι σημάδι ελλείψεως της θεανθρώπινης πίστεως και της απολεσθείσης πνευματικής θεανθρώπινης ισορροπίας και ορθοφροσύνης. Εν πάση περιπτώσει τούτο δεν ήταν ποτέ ούτε είναι η οδός των Πατέρων. Μόνο οι Ορθόδοξοι, ριζωμένοι και θεμελιωμένοι «συν πάσι τοις αγίοις» στην αλήθεια και στην αγάπη, έχουν και αναγγέλλουν, από την εποχή των Αποστόλων μέχρι σήμερα, αυτή τη θεανθρώπινη σωτηριώδη αγάπη προς τον κόσμο και προς όλα τα κτίσματα του Θεού. Ο γυμνός ηθικιστικός μινιμαλισμός [=μειωμένη χριστιανική ηθική] και ο ανθρωπιστικός ειρηνισμός του σύγχρονου Οικουμενισμού πράττουν μόνο ένα πράγμα: φέρνουν στο φως τις φυματικές ουμανιστικές ρίζες τους, δηλαδή την αρρωστημένη φιλοσοφία τους και την ανθρώπινη, «κατά την παράδοσιν των ανθρώπων» (Κολ. 2, 8), ανίσχυρη ηθική τους. Φανερώνουν επί πλέον την κρίση της ανθρωπιστικής πίστεώς τους στην αλήθεια και την δοκητιστική [=μη πραγματική αντίληψη] αναισθησία τους για την ιστορία της Εκκλησίας, δηλαδή για την αποστολική και καθολική συνέχειά της, στην αλήθεια και στη χάρη. Ενώ ο αποστολικός αγιοπατερικός θεονούς και η ορθοφροσύνη ευαγγελίζονται με το στόμα του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού την εξής αλήθεια της πίστεως: «Η πίστη είναι η βάση των αρετών που ακολουθούν, εννοώ της ελπίδας και της αγάπης, θέτοντας έτσι σαν βάση την αλήθεια με τρόπο ασφαλή» (Ρ.G. 90, c. 1189Α).

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το αγιοπατερικό μέτρο της αγάπης προς τους ανθρώπους και της σχέσεως προς τους αιρετικούς, που κληρονομήθηκε από τους Αποστόλους, έχει oλοτελώς θεανθρώπινο χαρακτήρα. Τούτο εκφράζουν θεοπνεύστως οι εξής λόγοι του ίδιου Αγίου: «Και δεν τα γράφω αυτά, μη γένοιτο, επειδή θέλω να θλίβονται οι αιρετικοί, ούτε νοιώθοντας χαρά για την κακοποίησή τους, αλλά περισσότερο γιατί χαίρομαι και αγάλλομαι μαζί τους για την επιστροφή τους. Γιατί τί είναι πιο ευχάριστο για τους πιστούς από το να βλέπουν τα διασκορπισμένα παιδιά του Θεού να μαζεύονται όλα μαζί; Ούτε τα γράφω αυτά παρακινώντας σας να δείξετε τη σκληρότητα του Φιλάνθρωπου. Όχι τέτοια μανία! Αλλά τα γράφω αυτά για να σας παρακαλέσω να εκτελείτε και να εφαρμόζετε, με προσοχή και μετά από εξέταση, τα καλά σε όλους τους ανθρώπους και να γίνεσθε τα πάντα σε όλους, ανάλογα με το τι χρειάζεται καθένας τους από εσάς. Και θέλω και εύχομαι να είστε απόλυτα σκληροί και αμείλικτοι μόνο στο να μη συμπράξετε με τους αιρετικούς στη σύσταση και συγκρότηση της φρενοβλαβούς (αιρετικής) δοξασίας τους. Και τούτο διότι εγώ ορίζω ως μισανθρωπία και ως χωρισμό από τη θεία αγάπη την προσπάθεια ενισχύσεως της πλάνης (της αιρέσεως), που έχει ως συνέπεια την ακόμη μεγαλύτερη φθορά εκείνων που έχουν ήδη πέσει σ’ αυτήν» (Ρ.G. 91, c. 465C).

2. Η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Θεανθρώπου Χριστού, που διατυπώθηκε από τους αγίους Αποστόλους, από τους αγίους Πατέρες, από τις αγίες Συνόδους, γύρω από το θέμα των αιρετικών είναι η εξής: οι αιρέσεις δεν είναι Εκκλησία, ούτε μπορούν να είναι Εκκλησία. Γι’ αυτό δεν μπορούν οι αιρέσεις να έχουν τα αγία Μυστήρια, ιδιαίτερα το Μυστήριο της Ευχαριστίας, αυτό το Μυστήριο των Μυστηρίων. Γιατί ακριβώς η θεία Ευχαριστία είναι το παν και τα πάντα στην Εκκλησία: δηλαδή είναι και ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς και η ίδια η Εκκλησία και γενικά κάθε τι που ανήκει στον Θεάνθρωπο.

Η «intercommunio», δηλαδή η διακοινωνία με τους αιρετικούς στα αγία Μυστήρια, ιδιαιτέρως στη θεία Ευχαριστία, είναι η πλέον αναίσχυντη προδοσία του Κυρίου Ιησού Χριστού, η προδοσία του Ιούδα. Πρόκειται μάλιστα περί προδοσίας ολόκληρης της Εκκλησίας του Χριστού, της Εκκλησίας του Θεανθρώπου, της Εκκλησίας της Αποστολικής, της Εκκλησίας της Αγιοπατερικής, της Εκκλησίας της Αγιοπαραδοσιακής, της Εκκλησίας της Μιας και μοναδικής. Εδώ θα πρέπει να σταματήσει κάποιος τον χριστοποιημένο νου του και τη συνείδηση μπροστά σε μερικά άγια γεγονότα, άγια μηνύματα και άγιες εντολές.
Πρώτον, πρέπει να διερωτηθούμε σε πια εκκλησιολογία και σε πια θεολογία με θέμα την Εκκλησία θεμελιώνεται η λεγόμενη «intercommunio»; Γιατί ολόκληρη η Ορθόδοξη Θεολογία της Εκκλησίας γύρω από το θέμα της Εκκλησίας βασίζεται και θεμελιώνεται όχι στην inter-communio (δια-κοινωνία), αλλά στη θεανθρώπινη πραγματικότητα της communio δηλαδή στη θεανθρώπινη Κ ο ι ν ω ν ί α (πρβλ. Α΄ Κορ. 1, 9. 10, 16-17. Β΄ Κορ. 13, 13. Εβρ. 2, 14. 3, 14. Α΄ Ιω. 1, 3), ενώ η έννοια inter-communio, δια-κοινωνία, είναι καθ’ εαυτήν αντιφατική και ολότελα αδιανόητη για την Ορθόδοξη καθολική συνείδηση.

Το δεύτερο γεγονός, και μάλιστα ιερό γεγονός της Ορθοδόξου πίστεως, είναι το εξής: Στην Ορθόδοξη διδασκαλία για το θέμα της Εκκλησίας και των αγίων Μυστηρίων, το μόνο και το μοναδικό μυστήριο είναι η ίδια η Εκκλησία, το Σώμα του Θεανθρώπου Χριστού, ούτως ώστε αυτή να είναι και η μόνη πηγή και το περιεχόμενο όλων των θείων Μυστηρίων. Έξω από αυτό το θεανθρώπινο και παμπεριεκτικό Μυστήριο της Εκκλησίας, το Παν-μυστήριο, δεν υπάρχουν ούτε μπορούν να υπάρχουν «μυστήρια»΄ επομένως, και ουδεμία «δια-κοινωνία» (inter-communio) υπάρχει στα Μυστήρια. Ως εκ τούτου μόνο μέσα στην Εκκλησία, στο μοναδικό τούτο Παμμυστήριο του Χριστού, μπορεί να γίνει λόγος για τα Μυστήρια. Γιατί η Εκκλησία η Ορθόδοξη, καθώς είναι το Σώμα του Χριστού, είναι η πηγή και το κριτήριο των Μυστηρίων και όχι το αντίθετο. Τα Μυστήρια δεν μπορούν να αναβιβάζονται πάνω από την Εκκλησία, ούτε να θεωρούνται έξω από το Σώμα της Εκκλησίας.

Ένεκα τούτου, σύμφωνα με το φρόνημα της Καθολικής του Χριστού Εκκλησίας και σύμφωνα με ολόκληρη την Ορθόδοξη Παράδοση, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν παραδέχεται την ύπαρξη άλλων μυστηρίων έξω απ’ αυτήν, ούτε τα θεωρεί ως μυστήρια, μέχρις ότου προσέλθει κάποιος με μετάνοια από την αιρετική «εκκλησία», δηλαδή ψευδοεκκλησία, στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού. Μέχρι τότε που μένει κάποιος έξω από την Εκκλησία, χωρίς να έχει ενωθεί μαζί της δια της μετανοίας, μέχρι τότε αυτός είναι για την Εκκλησία αιρετικός και αναπόφευκτα βρίσκεται έξω από τη σωτηριώδη Κοινωνία = communio. Γιατί «τίς μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τίς δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β’ Κορ. 6, 14).

Ο πρωτοκορυφαίος Απόστολος, με την εξουσία που έλαβε από τον Θεάνθρωπο, δίνει εντολή: «Αιρετικόν ανθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού» (Τίτ. 3, 10). Εκείνος, λοιπόν, ο οποίος, όχι μόνο δεν παραιτείται από τον «αιρετικόν άνθρωπον» αλλά δίνει σ’ αυτόν και τον ίδιο τον Κύριο την θεία Ευχαριστία, αυτός βρίσκεται στην αποστολική και θεανθρώπινη αγία πίστη; Επί πλέον ο αγαπημένος Μαθητής του Κυρίου Ιησού, Απόστολος της αγάπης, δίνει εντολή: άνθρωπος ο οποίος δεν πιστεύει στη σάρκωση του Χριστού και δεν παραδέχεται την ευαγγελική γι’ Αυτόν διδασκαλία ως Θεανθρώπου «μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν» (Β’ Ιω. 1, 10).

Ο Κανόνας ΜΕ’ των αγίων Αποστόλων βροντοφωνεί: «Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω΄ ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω» (Πρβλ. Κανόνα ΛΓ’ της εν Λαοδικεία Συνόδου). Η εντολή αυτή είναι σαφής, ακόμη και για τη συνείδηση του κουνουπιού. Δεν είναι έτσι;

Ο Κανόνας ΞΔ’ των αγίων Αποστόλων διατάζει: «Ει τις κληρικός, ή λαϊκός, εισέλθη εις συναγωγήν Ιουδαίων, ή αιρετικών, προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω». Και τούτο είναι σαφέστατο και για την πλέον πρωτόγονη συνείδηση.

Ο Κανόνας Μς’ των αγίων Αποστόλων:«Επίσκοπον ή πρεσβύτερον αιρετικών δεξαμένους βάπτισμα ή θυσίαν καθαιρείσθαι προστάττομεν. Τίς γαρ συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; ή τίς μερίς πιστώ μετά απίστου;». Είναι οφθαλμοφανές και για τους αόμματους ότι η εντολή αυτή ορίζει κατηγορηματικά ότι δεν πρέπει να αναγνωρίζουμε στους αιρετικούς κανένα άγιο Μυστήριο και ότι αυτά πρέπει να τα θεωρούμε ως άκυρα και χωρίς θεία Χάρη.

Ο θεόπνευστος φορέας της αποστολικής και αγιοπατερικής καθολικής Παραδόσεως της Εκκλησίας του Χριστού, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ευαγγελίζεται από την καρδιά όλων των αγίων Πατέρων, όλων των αγίων Αποστόλων, όλων των αγίων Συνόδων της Εκκλησίας την εξής θεανθρώπινη αλήθεια: «Ο άρτος και ο οίνος δεν είναι τύπος του Σώματος και Αίματος του Χριστού (μη γένοιτο), αλλά το ίδιο το Σώμα του Κυρίου θεωμένο… Δια μέσου αυτού καθοριζόμενοι ενωνόμαστε με το Σώμα του Κυρίου και με το Πνεύμα Του και γινόμαστε Σώμα Χριστού (=η Εκκλησία)… Και ονομάζεται μετάληψη΄ γιατί δια μέσου αυτής μεταλαμβάνουμε την Θεότητα του Ιησού. Κοινωνία δε ονομάζεται και είναι αληθινά, επειδή δια μέσου αυτής κοινωνούμε με τον Χριστό και μετέχουμε τη σάρκα Του και τη Θεότητά Του. Δια μέσου αυτής κοινωνούμε και ενωνόμαστε μεταξύ μας. Γιατί επειδή μεταλαμβάνουμε από έναν άρτο, όλοι είμαστε ένα Σώμα Χριστού και ένα Αίμα, και γινόμαστε μέλη ο ένας του άλλου, αποτελώντας ένα σώμα (σύσσωμοι) του Χριστού.

Γι’ αυτό λοιπόν, ας φυλαχτούμε με κάθε τρόπο να μην παίρνουμε μετάληψη αιρετικών, ούτε να τους δίνουμε. Μη δίνετε τα άγια στους σκύλους, λέγει ο Κύριος, ούτε να ρίχνετε τα μαργαριτάρια σας μπροστά στους χοίρους (Ματθ. 7, 6), για να μη γίνουμε συμμέτοχοι στην (αιρετική) κακοδοξία και συνεπώς και στην καταδίκη τους. Γιατί εάν βέβαια η θεία μετάληψη είναι ένωση με τον Χριστό και μεταξύ μας, τότε οπωσδήποτε ενωνόμαστε με τη θέληση μας και με όλους που μεταλαμβάνουν μαζί μας. Γιατί αυτή η ένωση γίνεται με τη θέλησή μας και όχι χωρίς τη γνώμη μας. Γιατί όλοι ένα σώμα είμαστε, επειδή μεταλαμβάνουμε από τον ένα άρτο, όπως λέγει ο θείος Απόστολος» (Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδ. Ορθ. πίστεως 4,13, PG 94, c. 1149. 1152.1153. Πρεβ. Α΄ Κορ. 10, 17).

Ο ατρόμητος ομολογητής των θεανθρωπίνων ορθοδόξων αληθειών (άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης) αναγγέλλει σ’ όλους τους ανθρώπους όλων των κόσμων: «Το να κοινωνεί κανείς από αιρετικό ή ολοφάνερα διαβεβλημένο ως προς τον βίο του, τον αποξενώνει από τον Θεό και τον εξοικειώνει με τον διάβολο» (Ρ.G. 99, c. 1668C). Σύμφωνα με τον ίδιο ο άρτος των αιρετικών δεν είναι «σώμα Χριστού» (Ρ.G. 99, c. 1597Α). Γι’ αυτό, «Όπως λοιπόν o θείος άρτος, όταν μετέχουν σ’ αυτόν οι Ορθόδοξοι, όλους όσους μετέχουν τους κάνει να αποτελούν ένα σώμα’ έτσι ακριβώς και o αιρετικός (άρτος), καθιστώντας μεταξύ τους κοινωνούς αυτούς που μετέχουν απ’ αυτόν, τους εμφανίζει ένα σώμα αντίθετο στον Χριστό» (Ρ.G. 99, c. 1480CD).
Επί πλέον «Η κοινωνία που δίνεται από τους αιρετικούς, δεν είναι κοινός άρτος, αλλά φαρμάκι (=δηλητήριο), που δεν βλάπτει το σώμα αλλά που μαυρίζει και σκοτίζει την ψυχή»

ΠΗΓΗ :http://www.alavastron.net/2016/09/Ioustinis-Popovitch.html


Η μερική κρίση μετά τον θάνατο σύμφωνα με τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς Της Ράνιας Γάτου*

 


 

Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς - στον 5ο τόμο του έργου του με τίτλο «Ορθόδοξη Φιλοσοφία της Αλήθειας», εκδ. L’ Age D’ Homme, Paris 1997, σελ. 365-369 - πραγματεύεται το  θέμα της μερικής κρίσης από τον Χριστό του ανθρώπου κατά τον θάνατό του. Το θέμα αυτό είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρον, διότι μας δίνει την αληθινή φιλοσοφία της ζωής μέσα σε έναν επίγειο κόσμο που μας απορροφά στις βιοτικές του μέριμνες και στις πάσης φύσεως εφήμερες ηδονές του.

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ, Ο ΣΩΤΗΡΑΣ, Ο ΑΓΙΑΖΩΝ, Ο ΚΡΙΤΗΣ           

Ο Χριστός είναι ο Δημιουργός = Εκείνος που μας έδωσε τη ζωή.

            Ο Χριστός είναι ο Σωτήρας = Εκείνος που μας έσωσε από την αμαρτία, τον θάνατο και το διάβολο.

            Ο Χριστός είναι ο Αγιάζων = Εκείνος που μας προσφέρει στην Εκκλησία όλα τα μέσα που είναι ωφέλιμα για τον αγιασμό μας, για τη σωτηρία μας, για τη θέωσή μας (εννοούνται τα μυστήρια και η άσκηση).

            Ο Χριστός είναι ο Κριτής = Εκείνος που θα αξιολογήσει, θα εκτιμήσει και θα κρίνει πώς μπορέσαμε να επωφεληθούμε αυτής της ζωής, την οποία Εκείνος μας έδωσε, και των μέσων της σωτηρίας, τα οποία Εκείνος μας άφησε στην Εκκλησία.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

            Στην Αγία Γραφή γράφεται: «ουδέ γαρ ο Πατήρ κρίνει ουδένα, αλλά την κρίσιν πάσαν δέδωκεν τω Υιώ (Ιωαν. 5, 22).

            Κατά τη Δευτέρα Του Παρουσία, όταν έλθει πάλι, θα πραγματοποιήσει την τελευταία κρίση = η κρίση των τότε ζώντων και των νεκρών.

Η ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

1 - Ποια είναι η προηγούμενη κρίση του Χριστού;

Η μερική Του κρίση για κάθε άνθρωπο, όταν η ψυχή του εγκαταλείπει αυτόν τον κόσμο για τον άλλο.

2 - Ποια είναι τα αποτελέσματα της μερικής κρίσης;

            Οι ψυχές των δικαίων απολαμβάνουν μιας ευτυχίας προσωρινής και ατελούς, και οι ψυχές των αμαρτωλών υφίστανται ένα βασανισμό προσωρινό και ατελή.

3 - Τί λαμβάνει υπόψη Του ο Χριστός στη μερική κρίση;

            Το σύνολο της ηθικής κατάστασης της ψυχής κατά τη στιγμή του θανάτου = ό,τι φέρει η ψυχή καθ’ εαυτή και με το οποίο εισέρχεται στον κόσμο πέραν του τάφου.

4 - Ποιό είναι το αποφασιστικό κριτήριο της δικαιώσεως κατά τη μερική κρίση:

            Η σχέση την οποία ο άνθρωπος διατηρεί κατά τη διάρκεια της ζωής του στη γη, 1 ) με την Τριαδική Θεότητα και 2) με το Σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία.

5 - Ποιές είναι ενδεικτικές αναφορές για τη μερική κρίση από την Καινή Διαθήκη:

            Η παραβολή του Λαζάρου και του πλουσίου (Λουκ. 16, 23-25).

            Απόστολος Παύλος: «καθ’ όσον απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (Εβρ. 9, 27).

6 - Ποιοι μας αποκαλύπτουν πώς διεξάγεται η μερική κρίση και σε ποιά έκταση;

            Οι οικείοι του Θεού (Εφ. 2. 19), δηλαδή οι Απόστολοι και οι Πατέρες, μόνον μερικώς, μετά την αποκάλυψη σε αυτούς μερικών πτυχών των σχετικών θείων ουράνιων μυστηρίων.

στους οποίους ο Φίλος τους αποκάλυψε σε αυτούς μερικές πτυχές των σχετικών θείων ουράνιων μυστηρίων.

7 - Πώς ακριβώς διεξάγεται η μερική κρίση;

            Όταν η ψυχή χωρίζεται από το σώμα, τα ασώματα πνεύματα (είτε άγιοι άγγελοι, είτε πονηρά πνεύματα) έρχονται να παραλάβουν την ψυχή του ανθρώπου, για να την συνοδέψουν στην πορεία την οποία πρέπει να ακολουθήσει μέσω διαφόρων επιμέρους στάσεων της κρίσης, ενώπιον των οποίων πρέπει να λογοδοτήσει για το σύνολο της ζωής του στη γη: 1) των σκέψεών του, 2) των αντιλήψεών του, 3) των επιθυμιών του, 4) των λόγων του, 5) των πράξεών του.

8 - Ποιές είναι μερικές μαρτυρίες από την Ιερά Παράδοση για τη μερική κρίση;

            Επί παραδείγματι, τα «τελώνια» = σημεία ελέγχου, μεταξύ γης και ουρανού,  1) στα οποία παρουσιάζονται οι ψυχές των νεκρών κατά την ανάβασή τους προς το θρόνο του ουράνιου Κριτή, και 2) στα οποία τα πονηρά πνεύματα ερευνούν τις αμαρτίες τους, προσπαθώντας να τις ενοχοποιήσουν με οποιαδήποτε πιθανή αμαρτία, για να τις αποσπάσουν με αυτόν τον τρόπο στην κόλαση. 

9 - Τί διδάσκει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας για τα τελώνια στο Λόγο του «περί εξόδου της ψυχής»;

            «Φοβούμαι τον θάνατον, ότι πικρός μοί εστί… Φοβούμαι την κόλασιν την ουκ έχουσαν τέλος… Δια πρόσκαιρον αμαρτίας απόλαυσιν, αθάνατα βασανίζομαι… Δικαία η κρίσις του Θεού. Εκαλούμην, και ουχ υπήκουον. Εδιδασκόμην, και ου προσείχον. Διεμαρτύραντό μοι, εγώ δε κατεγέλων… αλλ’ εν αμελεία, και ραθυμία και ακηδία, και εν περισπασμοίς, και ταραχαίς, και ζάλαις τρυφών και σπαταλών, και σκιρτών αγαλλόμενος, και ευφραινόμενος εδαπάνησά μου τα έτη, και τους μήνας, και τας ημέρας εις τα πρόσκαιρα, και φθαρτά, και γήϊνα κοπιών, και μοχθών, και αγωνιζόμενος, μη εις νουν λαμβάνων, ή λογιζόμενος, οίον φόβον και τρόμον, και αγώνα, και ανάγκην έχει ιδείν η ψυχή, ότε του σώματος χωρίζεται.

Παραγίνονται γαρ εφ’ ημάς στρατιαί και δυνάμεις ουράνιοι, και των εναντίων δυνάμεων, οι του σκότους άρχοντες, οι κοσμοκράτορες της πονηρίας, οι τελωνάρχαι, και λογοθέται, και πρακτοψηφισταί του αέρος,  και συν αυτοίς ο ανθρωποκτόνος διάβολος, ο εν κακία δυνάστης… ο άρχων της εξουσίας του σκότους, ο έχων του θανάτου του κράτος και τρόπω τινί δίκην, κατέχων την ψυχήν, επιφέρων και ψηφίζων πάντα τα εμοί πεπραγμένα εν έργω και λόγω, τα εν γνώσει, και εν αγνοία, ανομήματα και αμαρτήματα, από της νεότητος, έως της ημέρας του τέλους, ής κατελήφθην, εξερευνών λοιπόν… Οποίον φόβον και τρόμον δοκείς την ψυχήν έχειν εν τη ημέρα εκείνη, θεωρούσαν τους φοβερούς, και αγρίους, και απηνείς, και ανηλεείς και ατιθάσσους δαίμονας… ούστινας ορώσα η ψυχή θορυβείται, θροείται, οδυνάται, ταράσσσεται, και συστέλλεται, προς τους του Θεού αγγέλους προσφεύγουσα; Κατέχεται ουν η ψυχή υπό των αγίων αγγέλων, δια του αέρος παρερχομένη, και υψουμένη, ευρίσκει τα τελώνια φυλάττοντα την άνοδον, και κρατούντα, και διακωλύοντα τας αναβαινούσας ψυχάς.

Έκαστον τελώνιον τας οικείας αμαρτίας προσφέρει αυτών… έκαστον πάθος ψυχής, και παν αμάρτημα ιδίους τελώνας έχει, και φορολόγους. Ψυχή ουν η ταύτα και μείζονα, και πλείονα τούτων θεωρούσα, οποίον φόβον, και τρόμον, και κλόνον δοκείς έχειν, έως ότου η απόφασις έλθη, και η ελευθερία αυτής γένηται; Εκείνη εστίν η ώρα επόδυνος, και επικίνδυνος, και πολυστένακτος, και απαραμύθητος, έως αν ίδη τί το αποβησόμενον. Αι γαρ θείαι δυνάμεις ίστανται, και πρόσωπον των ακαθάρτων πνευμάτων. Και αύται τας καλάς αυτής επιφέρουσι πράξεις, δια τε των λόγων, και έργων, και λογισμών, και εννοιών. Κατανοεί η ψυχή μέσον ισταμένη εν φόβω και τρόμω, έως ού εκ των πράξεων, και των έργων, και λόγων αυτής, ή κατακριθείσα δεσμευθή, ή δικαιωθείσα ελευθερωθή (των ιδίων  γρα αμαρτημάτων έκαστος ταις σειραίς σφίγγεται).Και εάν ή αξία, ευσεβώς ζήσασα, και θεαρέστως βιώσασα, παραλαμβάνουσιν αυτήν άγγελοι.

Και λοιπόν αμέριμνος ούσα, πορεύεται έχουσα συνοδοιπόρους τας αγίας δυνάμεις, κατά το γεγραμμένον: «Ως ευφραινομένων πάντων η κατοικία εν σοί». Τότε πληρούται το ειρημένον: «Απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός». Τότε απαλλαγείσα των πονηρών και σαπρών και φοβερών πνευμάτων εκείνων, πορεύεται εις εκείνην την ανεκλάλητον χαράν… Εάν δε ευρεθή εν αμελεία και ασωτία ζήσασα, ακούει την δεινοτάτην εκείνην φωνήν: «Αρθήτω ο ασεβής, ίνα μη ίδη την δόξαν Κυρίου»… Τότε αφέντες αυτήν οι άγιοι του Θεού άγγελοι παραλαμβάνουσιν αυτήν … δαίμονες… ρίπτουσιν αυτήν δεδεμένην δεσμοις αλύτοις, εις γην σκοτεινήν και ζοφεράν, εις τα κατώτερα μέρη εν τοις καταχθονίοις δεσμωτηρίοις, και φυλακαίς του άδου, ένθα τυγχάνουσιν αποκεκλεισμέναι αι ψυχαί των αμαρτωλών… Στενάζουσι διηνεκώς και απαύστως, αλλ’ ουδείς ο ελεών. Κράζουσιν εκ βάθους, αλλ’ ουδείς ο εισακούων. Αποδύρονται, αλλ’ ουδείς ο ρυόμενος… κόπτονται, αλλ’ ουδείς ο σπλαχνιζόμενος…» (Ελληνική Πατρολογία του Migne, τομ. 77, σελ. 1071-1078).

10 – Σε ποιά λειτουργικά κείμενα εκφράζεται ιδίως η θεολογική σκέψη της Εκκλησίας για τη μερική κρίση;

            Στα ακόλουθα λειτουργικά κείμενα που βρίσκονται στο Μέγα Ευχολόγιο της Εκκλησίας:

Α. Ευχή σε ψυχή που κρίνεται (σελ. 335-336)

Β. Άλλη ευχή σε ψυχορραγούντα (σελ. 336-337)

Γ. Ακολουθία σε ψυχορραγούντα (σελ. 389-393).

11 – Τί εκφράζουν ο 2ος και ο 3ος ύμνοι της 1ης ωδής της ακολουθίας σε ψυχορραγούντα: «Τανύν ο χρόνος μου άπας ο της ζωής, ως καπνός παρέδραμε, και παρέστησαν λοιπόν, Άγγελοι πεμφθέντες εκ Θεού, την αθλίαν μου ψυχήν, ζητούντες ασυμπαθώς» (1η ωδή, 2ος ύμνος) και «Ιδού εφέστηκεν όχλος των πονηρών, πνευμάτων κατέχοντες, των εμών αμαρτιών, εγγραφάς, και κράζουσι σφοδρώς εκζητούντες αναιδώς, την ταπεινήν μου ψυχήν (1η ωδή, 3ος ύμνος)»

            Την προσέλευση των αγγέλων και των πονηρών πνευμάτων την ώρα του θανάτου.

12 - Τί εκφράζει ο 2ος ύμνος της 3ης ωδής: «Αγαπητοί μου αδελφοί, τας εμάς καθορώντες αμαρτίας κειμένας, εν τη στάθμη του ζυγού, Χριστόν τον πάντων Θεόν, δυσωπείτε ίλεων γενέσθαι με»;

Τη δικαιοσύνη του Χριστού μετά τον θάνατο του ανθρώπου (εν τη στάθμη του ζυγού).

Την εκζήτηση της προσευχής των αδελφών (των Ορθόδοξων Χριστιανών), για να ελεήσει ο Χριστός τον ψυχορραγούντα πριν τον θάνατο του, από τον οποίο υπάρχει μόνο η δικαιοσύνη του Χριστού.

13 – Τί εκφράζει ο 2ος ύμνος της 6ης ωδής: «Ιδού νυν χωρίζεται, μετ’ οδύνης η ψυχή, εκ του δεινού μου σώματος. Μη ουν το σώμα μου θάψητε εν τη γη. Εάσατε άταφον, όπως φάγωσι κύνες την καρδίαν μου»;

            Την αγωνία του ανθρώπου κατά τον επώδυνο χωρισμό της ψυχής από σώμα.

            Την ταπείνωση του ποιητή της ακολουθίας σε ψυχορραγούντα, του Αγίου Ανδρέα Κρήτης του Ιεροσολυμίτη - του επίσης ποιητή του κατανυκτικού Μεγάλου Κανόνα - ο οποίος θεωρεί άξιο ταφής το νεκρό του σώμα και προτρέπει να αφεθεί άταφο για να φάνε σκύλοι την καρδιά του.

14 – Τί εκφράζει ο 1ος ύμνος της 7ης ωδής: «Ιδού σύραντες απέσπασαν του σώματος, δεινώς άφνω αθλίαν ψυχήν, και απάγουσι, προς Κριτήν φρικτόν και φοβερόν. Μνησθέντες μου ουν αγαπητοί, της προς υμάς ομιλίας, μνείαν ποιείσθε μου»;

            Την αγωνία του ανθρώπου κατά τη μεταφορά από τα ασώματα πνεύματα της ψυχής, μετά το χωρισμό της από το σώμα, προς τον Κριτή.

            Την εκζήτηση της προσευχής των αδελφών για την ανταπόκριση του αγωνιώντος σε αυτήν την αγωνία.

15 – Τί εκφράζει ο 3ος ύμνοας της 9ης ωδής: «Θρηνήσατέ με νυν και πενθήσατε, άδου πυθμήν και άβυσσος, και σκώληξ και τάρταρος. Αι κολάσεις ουν πάσαι στενάξατε. Μόνος γαρ εγώ ο άθλιος, ήχθην εις υμάς παραδοθείς, του τιμωρείσθαι πικρώς»;

            Προσωποποιείται ο άδης (δηλαδή η πρόγευση της κόλασης) και ζητείται από αυτόν να θρηνεί τον σε αυτόν εισαγόμενο.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

            Η αληθής φιλοσοφία της ζωής και της δράσης του ανθρώπου υπενθυμίζεται από την ακολουθία σε ψυχορραγούντα (του Αγίου Ανδρέα Κρήτης), από την ακολουθία της κηδείας (του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού) και από τον κατανυκτικό μεγάλο κανόνα της μετανοίας (του Αγίου Ανδρέα Κρήτης). Όταν εντρυφά κάποιος ιδίως σε αυτά τα λειτουργικά κείμενα δεν χάνει τον προσανατολισμό του στη ζωή και αποφεύγει τις πλάνες και τις μάταιες επίγειες ηδονές.

 

*Η Ράνια Γάτου είναι Ποιήτρια, Δοκιμιογράφος και Εικαστικός.




Η Ευρώπη δεν γνωρίζει ούτε εκκλησία, ούτε διέξοδο από τα αδιέξοδα – Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς).

 

Ο Ευρωπαίος άνθρωπος έχει καταδικάσει σε θάνατο και τον Θεό και την ψυχή. Δεν καταδίκασε όμως έτσι και τον εαυτό του σε θάνατο, από τον οποίο θάνατο δεν υπάρχει ανάσταση; 

Κάνετε ειλικρινά και αμερόληπτα τον απολογισμό της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, επιστήμης, πολιτικής, κουλτούρας, πολιτισμού, και θα δείτε ότι αυτές έχουν φονεύσει στον Ευρωπαίο άνθρωπο τον Θεό και την αθανασία της ψυχής. 

Αν όμως προσέξετε σοβαρά στην τραγικότητα της ανθρώπινης ιστορίας, οπωσδήποτε θα εννοήσετε, ότι η θεοκτονία πάντοτε καταλήγει στην αυτοκτονία. Ενθυμείσθε τον Ιούδα; 

Εκείνος πρώτος φόνευσε τον Θεό και έπειτα εξόντωσε τον εαυτό του. Αυτό είναι αδυσώπητος νόμος, ο οποίος κυριαρχεί στην ιστορία αυτού του πλανήτη.
Το οικοδόμημα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, οικοδομημένο χωρίς τον Χριστό, κατ’ ανάγκην θα καταρρεύσει και μάλιστα πολύ σύντομα, όπως προφήτευσε ο οραματιστής Ντοστογιέφσκι και ο θλιμμένος Γκόγκολ. 

Και μπροστά στα μάτια μας πραγματοποιούνται οι προφητείες των ορθοδόξων μας Σλάβων προφητών. Δέκα ολόκληρους αιώνες ανεγείρονταν ο ευρωπαϊκός πύργος της Βαβέλ, και ημείς αξιωθήκαμε του τραγικού οράματος: Ιδού, ανεγέρθηκε πελώριο μηδέν! Επήλθε γενική σύγχυση. Άνθρωπος δεν εννοεί άνθρωπο, ψυχή δεν εννοεί ψυχή, έθνος δεν εννοεί έθνος.

Ο Ευρωπαίος άνθρωπος έφθασε στον μοιραίο ίλιγγο, οδήγησε τον υπεράνθρωπο στην κορυφή του πύργου της Βαβέλ του, θέλοντας να αποπερατώσει με αυτόν το οικοδόμημά του, αλλά ο υπεράνθρωπος τρελλάθηκε ακριβώς επάνω στην κορυφή και γκρεμίστηκε από τον πύργο. 

Και πίσω του ο ίδιος ο πύργος γκρεμίζεται και θρυμματίζεται με τους πολέμους και τις επαναστάσεις. Ο homo europaeicus έπρεπε κατ’ ανάγκην να τρελλαθεί στο τέλος του πολιτισμού του· ο Θεοκτόνος ήταν αδύνατο να μη γίνει αυτοκτόνος. Η Wille zur Macht (Θέληση για δύναμη) μεταβλήθηκε σε Wille zur Nacht (Θέληση για νύχτα).

Νύχτα, βαριά νύχτα έχει καλύψει την Ευρώπη. Γκρεμίζονται τα είδωλα της Ευρώπης και δεν είναι πολύ μακριά η μέρα, κατά την οποία δεν θα μείνει ούτε πέτρα επάνω στην πέτρα από την κουλτούρα και τον πολιτισμό της Ευρώπης, με τους οποίους αυτή ανήγειρε πόλεις και κατέστρεφε ψυχές, θεοποιούσε τα κτίσματα και απέρριπτε τον Κτίστη.

Άδειασε ο ουρανός, διότι ο Θεός δεν είναι μέσα του. Άδειασε η γη, διότι δεν έχει επάνω της αθάνατη ψυχή. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός έκανε τους δούλους του νεκροταφείο. Και αυτός ο ίδιος έγινε νεκροταφείο. «Θέλω να πάω στην Ευρώπη», δηλώνει ο Ντοστογιέφσκι, «και γνωρίζω ότι πηγαίνω σε νεκροταφείο…»

Αναμφίβολα οι αρχές και οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής κουλτούρας και του πολιτισμού είναι Χριστομάχες. Για πολύν καιρό διαμορφωνόταν ο τύπος του Ευρωπαίου ανθρώπου εωσότου αυτός αντικατέστησε τον Θεάνθρωπο Χριστό με την φιλοσοφία και την επιστήμη του, με την πολιτική και την τεχνική του, με την θρησκεία και την ηθική του. 

Με τα σύγχρονα τεχνικά μέσα και τις πολιτικο-κοινωνικές επαναστάσεις, οι οποίες είναι και αυτές γέννημα και θρέμμα της επανάστασης της Ευρώπης, ο τύπος αυτός του Ευρωπαίου ανθρώπου καθίσταται πρότυπο του τέλειου ανθρώπου σ’ όλη την οικουμένη!

✶✶✶

Στη Δυση ούτε γνωρίζουν την Εκκλησία, ούτε γνωρίζουν την οδό, ούτε γνωρίζουν έξοδο από τα αδιέξοδα. Εκεί όλα έχουν βυθιστεί στην ψυχοφθόρα ειδωλολατρία και φιλαυτία, φιληδονία και σαρκολατρία. Γι’ αυτό, Ευρώπη ίσον αναγέννηση της ειδωλολατρίας. 

Ψευδόχριστοι και ψευδοθεοί έχουν πλημμυρίσει την Ευρώπη και από εκεί εξάγονται σε όλες τις αγορές της Οικουμένης, έχοντας ως κύριο έργο τους να φονεύσουν τον Θεό και την ψυχή στον άνθρωπο και έτσι να στερήσουν από τον κόσμο τη μοναδική ελπίδα και αυτή την ίδια τη δυνατότητα της αληθινής κοινωνίας.

Γράφοντας αυτά, προσπαθούμε να εισδύσουμε στον πυρήνα της ευρωπαϊκής υψηλοφροσύνης, στα δαιμονικά υπόγειά της, απ’ όπου πηγάζουν οι ακάθαρτες πηγές της, τα νερά των οποίων δηλητηριάζουν την οικουμένη. 

Αυτό καθόλου δεν είναι καταδίκη της Ευρώπης· είναι μόνο μία εκ βαθέων κραυγή και εν προσευχή πρόσκληση στη μοναδική οδό της σωτηρίας μέσω της μετάνοιας.

Από το βιβλίο: Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 161, 164, 184 (αποσπάσματα, με γλωσσική απλοποίηση)

Πηγή:https://www.koinoniaorthodoxias.org/

Το είδα ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Ο σύγχρονος μεγάλος πατέρας και διδάσκαλος της Εκκλησίας.ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Η σερβική Ορθοδοξία έχει να επιδείξει μια σειρά μεγάλων αγίων, οι οποίοι λάμπρυναν την Εκκλησία του Αγίου Σάββα. Ένας από αυτούς υπήρξε ο νεοφανής άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, μια όντως μεγάλη ασκητική και πατερική μορφή του περασμένου αιώνα.

Γεννήθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού στα 1894, στην πόλη Βράνιε της νοτίου Σερβίας. Οι ευσεβείς γονείς του Σπυρίδων και Αναστασία του έδωσαν το όνομα Ευάγγελος. Καταγόταν από ιερατική οικογένεια και το επώνυμό του Πόποβιτς σημαίνει Παπαδόπουλος. Μεγάλωσε με ευσέβεια είχε την τύχη να δει να θεραπεύεται θαυματουργικά η μητέρα του στη Μονή Πτσίνσκι από τον άγιο Πρόχορο. Από μικρός συνήθιζε να μελετά το Ευαγγέλιο και άλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Ιδιαίτερα τον σαγήνευε η ανάγνωση συναξαρίων και πατερικών συγγραμμάτων. Θεωρούσε τους Πατέρες της Εκκλησίας ως τους αληθινούς σοφούς.

Το 1905 ο μικρός Ευάγγελος γράφηκε στην Εκκλησιαστική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι, έχοντας ως δάσκαλό του τον φωτισμένο άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς. Το 1914, μόλις τέλειωσε τη σχολή, ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε ως νοσοκόμος. Ακολούθησε την τύχη του σερβικού στρατού και βρέθηκε εξόριστος στην Κέρκυρα. Καθ’ οδόν ένοιωσε την κλήση να γίνει μοναχός. Η κουρά του έγινε την 1η Ιανουαρίου του 1916 στην Σκόδρα, από τον Μητροπολίτη Βελιγραδίου Δημήτριο, δίνοντάς του το όνομα Ιουστίνος.

Κατόπιν έφυγε από την Κέρκυρα, με τη βοήθεια του Μητροπολίτη Δημητρίου, για την Αγία Πετρούπολη για θεολογικές σπουδές. Όμως λόγω των πολιτικών εξελίξεων, έφυγε για την Οξφόρδη. Ύστερα από δύο χρόνια σπουδών υπέβαλε για έγκριση την διδακτορική του διατριβή με τίτλο: «Ή θρησκεία και ή φιλοσοφία του Ντοστογιέφσκι». Όμως αυτή απορρίφτηκε, λόγω της κριτικής του στις κακοδοξίες του δυτικού Χριστιανισμού και την υπεράσπιση του ορθοδόξου Ντοστογιέφσκι.

Στα 1919, μετά το τέλος του πολέμου γύρισε στην πατρίδα του και διορίστηκε καθηγητής θεολογίας στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι. Σύντομα παραιτήθηκε και μετέβηκε στην Αθήνα για τη συνέχιση των θεολογικών σπουδών του. Το 1926 έλαβε διδακτορικό πτυχίο στην Πατρολογία, με θέμα: «Το πρόβλημα του προσώπου και της γνώσεως στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο». Παράλληλα έμαθε άπταιστα την παλαιοσλαβική, την αρχαιοελληνική, την λατινική, την ρωσική, την νεοελληνική, την αγγλική, την γερμανική και την γαλλική γλώσσα.

Στη συνέχεια εργάστηκε ως καθηγητής στις Εκκλησιαστικές Σχολές Καρλοβικίου, της Πριζρένης και του Μοναστηρίου (Βίτολα). Το 1930 η Σερβική Εκκλησία τον έστειλε στην Τσεχοσλοβακία για ιεραποστολή σε κοινότητες ορθοδόξων, που είχαν αποκηρύξει την Ουνία. Το έργο του εκεί υπήρξε μεγάλο και γι’ αυτό εξελέγη Επίσκοπος της νεοσυσταθείσας Επισκοπής Καρπαθίας, αξίωμα που δεν αποδέχτηκε λόγω ταπεινώσεως.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής βρέθηκε στη δοκιμαζόμενη Σερβία, περιφερόμενος σε διάφορες Μονές. Παράλληλα είχε διοριστεί καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Όμως με την επικράτηση της κομμουνιστικής εξουσίας το 1945, άρχισαν οι διώξεις κατά της Εκκλησίας. Διώχτηκαν 200 καθηγητές από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου και μαζί τους ο Ιουστίνος. Κατέφυγε στην Ιερά Μονή Σούκοβο του Πίροτ στη νότια Σερβία. Το 1946 και φυλακίστηκε. Αργότερα δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο ως «εχθρός του λαού»! Σώθηκε χάρις στην παρέμβαση του Πατριάρχη Γαβριήλ, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από το Άουσβιτς και απαίτησε την αποφυλάκισή του.

Όμως διωγμένος από παντού, χωρίς σύνταξη και στερημένος από στοιχειώδη δικαιώματα, βρήκε καταφύγιο, ως πνευματικός, στη γυναικεία Μονή Αρχαγγέλων στο Τσέλιε του Βάλιεβο νοτίου Σερβίας. Φυσικά ούτε εκεί βρήκε ησυχία, διότι οι άθεοι μαρξιστές τον παρακολουθούσαν ανελλιπώς και τον υπέβαλλαν συχνά σε εξοντωτικές ανακρίσεις στο Βάλιεβο. Ήταν σχεδόν έγκλειστος στη Μονή, διότι του απαγορεύονταν η έξοδος, χωρίς άδεια των αρχών, ιδιαίτερα όταν συνεδρίαζε η Ιερά Σύνοδος, για να μην έρχεται σε επαφή με τους Επισκόπους και τους επηρεάζει.

Ο έγκλειστος Ιουστίνος παρά τις απαγορεύσεις, τις εξουθενώσεις, τις φοβέρες και απειλές, προσευχόταν αδιάκοπα και ζούσε αυστηρή ασκητική ζωή. Τελούσε όλες τις ακολουθίες του ημερονυκτίου ανελλιπώς. Τελούσε καθημερινά τη Θεία Λειτουργία και νήστευε (δεν έτρωγε καθόλου) κάθε Παρασκευή, την πρώτη εβδομάδα της Μ. Τεσσαρακοστής και την Μ. Εβδομάδα. Μνημόνευε καθημερινά εκατοντάδες ονόματα στη Θεία Λειτουργία.

Ο αυστηρός του όμως εγκλεισμός δεν στάθηκε εμπόδιο να γίνει γνωστός σε όλο τον κόσμο. Χιλιάδες ήταν οι επιστολές που έπαιρνε και επίσης χιλιάδες ήταν οι επισκέπτες του, από τη Σερβία και όλο τον κόσμο. Όταν έμενε μόνος στο ταπεινό κελί του, επί 28 χρόνια, έγραφε αδιάκοπα τα περισπούδαστα συγγράμματά του. Κοιμήθηκε ειρηνικά, όχι τυχαία, την ημέρα του Ευαγγελισμού, ημέρα της γεννήσεώς του, στις 25 Μαρτίου του 1979. Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του έγινε το 2015 και αποτέλεσε σπουδαίο γεγονός για τη σερβική Εκκλησία και όλη την Ορθοδοξία. Αισθάνθηκαν οι πάντες την άρρητη ευωδία, η οποία εξήλθε από τον τάφο του! Η Σερβική Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και η μνήμη του ορίστηκε να τιμάται στις 14 Ιουνίου.

Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς ανήκει στις μεγάλες ιερατικές και θεολογικές μορφές της συγχρόνου Εκκλησίας, εφάμιλλος των μεγάλων Πατέρων της αρχαίας Εκκλησίας. Ο θεολογικός του λόγος καθαρός, ορθόδοξος, θεμελιωμένος στην Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας. Είναι ο θεολόγος του Θεανθρώπου, ο οποίος με θαυμάσιο πατερικό ύφος, θεολόγησε με καταπληκτική ακρίβεια την εν τω Θεανθρώπω απολύτρωση του ανθρωπίνου γένους. Υπήρξε συνεπής ορθόδοξος και στηλίτευε την αίρεση. Με σαφή λόγο απόδειξε την αίρεση του παπισμού και του προτεσταντισμού, ως απόλυτο εκφυλισμό της σώζουσας Ορθοδοξίας. Ιδιαίτερα επικριτικός υπήρξε για την σύγχρονη μάστιγα του Οικουμενισμού, τον οποίο χαρακτήρισε ως «παναίρεση». Μας κληροδότησε πολυπληθή αριθμό βαθυστόχαστων θεολογικών έργων, εφάμιλλα των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας, πολλά των οποίων κυκλοφορούν και στην ελληνική γλώσσα.

Ο νεοφανής άγιος Ιουστίνος είναι το μεγάλο τεκμήριο ότι η παρουσία των αγίων στην Εκκλησία μας είναι συνεχής και αδιάκοπη, έως τα έσχατα. Φανερώνει το μόνιμο θαύμα στη ζωή της Εκκλησίας μας!