Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

Η θρησκεία της επιστήμης Από την θρησκειοποίηση τής επιστήμης, ως την εχθρότητα απέναντί της Paolo Rossi


Πηγή: Αντίφωνο,  Ελευθεροτυπία, 9 Μαρτίου 1997
Αναδημοσίευση από: http://antifono.gr

Στο σύγχρονο κόσμο κυριάρχησε η θρησκεία τής επιστήμης. Μία θρησκεία που ενέπνευσε την τυφλή πίστη στη δύναμη τής επιστήμης και τον καθολικό σεβασμό στη διανοητική της αυθεντία και πρωτοκαθεδρία.
 
Αυτή η πίστη και αυτός ο σεβασμός αντιστάθηκαν και επέζησαν ακόμη και μετά απ' όλες τις μεγάλες καταστροφές τής εποχής μας, από τη Χιροσίμα ως το Τσέρνομπιλ. Αναμφίβολα αυτή η αντίσταση συνδέεται με την αίσθηση -που δεν είναι διόλου αβάσιμη- ότι η επιστήμη δεν μπορεί να θεωρείται υπεύθυνη ή τουλάχιστον η μόνη υπεύθυνη γι' αυτές τις καταστροφές. Συνδέεται επίσης με την πεποίθηση ότι οι οικονομικές και πολιτικές εξουσίες συνηθίζουν να μεταθέτουν τις ευθύνες και τα βάρη για τα δικά τους λάθη ή εγκλήματα στους ώμους τής επιστημονικής κοινότητας.
Η αντίσταση που προβάλλει η θρησκεία τής επιστήμης συνδέεται και με έναν άλλο βαθύτερο λόγο: με τον κρυφό φόβο που εμπνέει η ίδια η επιστημονική σκέψη, μια σκέψη που δεν υποτάσσεται σε δόγματα, μια σκέψη που δεν προοδεύει παρά μόνο ανατρέποντας τις βεβαιότητές της.
Η λατρεία τής επιστήμης εξέθρεψε και το αντίθετό της, την εχθρότητα προς την επιστήμη. Στο κείμενο που ακολουθεί, ο ιταλός ιστορικός της φιλοσοφίας και τής επιστήμης Πάολο Ρόσι παρουσιάζει μια σύνθεση τών ιδεολογιών που στρέφονται ενάντια στην επιστήμη. Το κείμενο αυτό περιέχεται στο πεντάτομο συλλογικό έργο -την έκδοση τού οποίου επιμελήθηκε και συντόνισε ο Ρόσι- «Storia della sienza moderna e contemporanea» (Utet, 1988).
Αυτή η σύνθετη σειρά στάσεων, ιδεών, γνωμών, συγκινήσεων που οι κοινωνιολόγοι αποκαλούν «εχθρότητα προς την επιστήμη» ή και «σκεπτικισμό απέναντι στην επιστήμη» και που οι φιλόσοφοι ορίζουν με τον πιο εξευγενισμένο όρο τής «κριτικής τής επιστήμης» συνοδεύει από τις απαρχές της την ανάπτυξη τής σύγχρονης επιστήμης και τις διαδικασίες τού εκσυγχρονισμού.
Στο εσωτερικό αυτής τής παμπάλαιας ιστορίας αμφιβολίες, καχυποψίες, δυσπιστίες διασταυρώνονται, συχνά με τρόπο μπερδεμένο, με λεπτές αναλύσεις μεγάλης θεωρητικής πνοής. Η γκάμα τών στάσεων είναι πολύ ευρεία: σαφείς καταδίκες, διακηρύξεις τής υπεροχής τής φιλοσοφίας πάνω σε κάθε άλλη μορφή δυνατής γνώσης, δηλώσεις για την αποτυχία τής επιστήμης σε σχέση με τη λογοτεχνική και ουμανιστική κουλτούρα, διεκδικήσεις τής υποκειμενικότητας ως πεδίου σωτηρίας, μελαγχολικές προφητείες για το τέλος τού πολιτισμού και για το αναπόφευκτο ολοκαύτωμα που προκαλεί η επιστήμη, κατηγορητήρια ενάντια στο βιομηχανικό και αστικό πολιτισμό, ολικές αρνήσεις τής νεωτερικότητας, νοσταλγικές αναμνήσεις για το μεσαίωνα ως «οργανική και κοινοτική εποχή», εγκώμια για τον αγροτικό και το βουκολικό πολιτισμό, νοσταλγίες για τις πρωτόγονες κοινωνίες με σχετικές επαναπροτάσεις τού θέματος τού «καλού άγριου», εγκώμια για τον κόσμο τής μαγείας και τής αλχημιστικής και απόκρυφης σκέψης σαν ανώτερων από τον κόσμο τής νόησης, εγκώμια στην τρέλα σαν πύλη εισόδου σε έναν κόσμο διαφορετικό και ανώτερο από εκείνον τών αφαιρέσεων τής νόησης. Στο εσωτερικό αυτής τής ποικιλόμορφης και πολύπλοκης ιστορίας θα έβρισκαν τη θέση τους πολύ μεγάλοι φιλόσοφοι (Ρουσό, Νίτσε, Χάιντεγκερ), ελάσσονες φιλόσοφοι (Τζεντίλε, Χορκχάιμερ, Μαρκούζε, Φουκό κ.α.), πολυάριθμες σχολές και τάσεις σκέψης (ρομαντικοί, σπιριτουαλιστές, υπαρξιστές, εκπρόσωποι τής σχολής τής Φραγκφούρτης κ.λπ.), καθώς και οι πολλοί εκλαϊκευτές και προπαγανδιστές που έθεσαν σε κυκλοφορία και διέδωσαν τις ιδέες σε ένα κοινό πολύ ευρύτερο από εκείνο τών φιλοσόφων ή τών επαγγελματιών λογίων.
Είναι πιθανότατα πολύ δύσκολο να ελέγξουμε την εγκυρότητα τής υπόθεσης που διατύπωσε ο Stephen Toulmin, σύμφωνα με τον οποίο η εχθρότητα προς την επιστήμη θα ξαναπαρουσιαζόταν με κυκλική κίνηση ή με ταλάντευση εκκρεμούς και με σημεία που κορυφώνονται σε απόσταση 130 χρόνων το ένα από το άλλο και με μικρότερα σημεία κορύφωσης σε απόσταση 65 ή 30-35 χρόνων. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι το ότι ορισμένα θέματα εμφανίζονται ως αληθινοί «κοινοί τόποι» και επανέρχονται κυκλικά από τη δεκαετία τού 1830 (την εποχή τής ρομαντικής απόρριψης τής νευτώνειας επιστήμης) ως την «εξέγερση ενάντια στην επιστήμη» τών αρχών τού 20ου αιώνα και τον αντιεπιστημονισμό και τον αντιμοντερνισμό τής δεκαετίας τού 1960. Σχεδόν πάντα επαναπροτεινόμενα, σαν εξαιρετικοί και ερεθιστικοί νεωτερισμοί, τα θέματα αυτά μπορούν, στα ίχνη τού Toulmin και τού Bouhl, να απαριθμηθούν ως ακολούθως:
1. Το πρώτο θέμα είναι εκείνο το ψευδο-ουμανιστικό τής απανθρωπίας τής επιστήμης, η οποία είναι αδιάφορη για τη μοίρα τών ανθρώπων και η οποία θεμελιώνεται από άτομα έτοιμα να πουληθούν σε όποιον προσφέρει τα περισσότερα και είναι ασυνείδητα σκλάβοι τής εξουσίας.
2. Το δεύτερο είναι μία υπεράσπιση τού ατομικισμού και τής υποκειμενικότητας (που υποτίθεται ότι εκφράζονται πληρέστερα με τη λογοτεχνία και την τέχνη) ενάντια στην «κατάπνιξή» τους από την επιστήμη.
3. Το τρίτο θέμα σχετίζεται με μίαν υπεράσπιση τής ενόρασης, τής φαντασίας και τής δημιουργικότητας, οι οποίες θα ήσαν ξένες προς την ξηρή και ψυχρή επιστήμη που «κατακερματίζει αυτό που είναι ζωντανό» και είναι ανίκανη να αντιληφθεί την πολυπλοκότητα.
4. Το τέταρτο αφορά την ανικανότητα τής επιστήμης, «που ποσοτικοποιεί τα πάντα», να κατανοήσει την ποιότητα.
5. Το πέμπτο θέμα αναφέρεται στον «αφηρημένο» χαρακτήρα τής επιστήμης, την αδιαφορία της για τα προβλήματα τής ύπαρξης, τις «παγερές» και αποστασιοποιημένες εξηγήσεις της, την ανικανότητά της να μετέχει σε «θερμές» αντιλήψεις.
Σε αυτά τα πέντε θέματα θα μπορούσε να προστεθεί και ένα έκτο: τής καταδίκης τής επιστήμης σαν ασεβούς και σατανικού εγχειρήματος, σαν δίψας για κυριαρχία, σαν βιασμού τής αθώας φύσης, σαν άμεσα υπεύθυνης για την κοινωνική εκμετάλλευση και την κυριαρχία τού ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο. Στις ρίζες αυτών τών θέσεων βρίσκεται ένα βαθύ αίσθημα ανυπομονησίας μπροστά στην αδυναμία τής επιστήμης να εξαφανίσει τη βαθύτερη αγωνία τού ανθρώπου και να λύσει, μία για πάντα, όλα τα προβλήματά του και βρίσκεται και η αδυναμία να αντιμετωπίσουμε τις γρήγορες αλλαγές τών βασικών «χαρτών τής γνώσης» που μάς επιβάλλει η επιστήμη.
Μπροστά στη θεωρητική επιμονή και στο σημαντικό πολιτιστικό βάρος τής κριτικής στην επιστήμη πρέπει να υπογραμμιστούν ορισμένα ζητήματα:
A. Η λανθάνουσα ή ανοιχτή εχθρότητα ενάντια στην επιστήμη πηγάζει εν μέρει ακριβώς από τη σύγκρουση ανάμεσα στο ήθος τής επιστήμης και εκείνο άλλων κοινωνικών θεσμών. Ο συστηματικός σκεπτικισμός, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο τού ήθους τής επιστήμης, έρχεται συχνά σε σύγκρουση με εκείνη την «άνευ όρων εμπιστοσύνη» που πολλοί κοινωνικοί θεσμοί απαιτούν ή με εκείνη τη «σφαίρα τού ιερού» που τους χαρακτηρίζει.
Οι επιστήμονες δεν είναι βέβαια αμόλυντοι από την προσχώρηση σε μύθους, ακόμη και σε εξαιρετικά απλοϊκούς. Αυτό δεν αναιρεί ωστόσο το γεγονός ότι ο «γενικευμένος σκεπτικισμός» συνεχίζει να λειτουργεί στις επιστημονικές κοινότητες ως μία πολύ ισχυρή δύναμη. Και είναι αυτή η δύναμη που ορισμένες φορές γίνεται αντιληπτή από τους θεσμούς ως μία πρόκληση για τη σταθερότητά τους. Κάθε φορά που η επιστήμη επεκτείνει τις έρευνές της σε τομείς στους οποίους είναι παρούσες θεσμοποιημένες συμπεριφορές και κάθε φορά που οι άλλοι θεσμοί επεκτείνουν την περιοχή ελέγχου τους, η σύγκρουση εμφανίζεται αναπόφευκτη.
B. Πολλές από τις αντιεπιστημονικές ή εχθρικές προς την επιστήμη φιλοσοφίες συνδέονται με την άρνηση ενός δεσμού υποταγής και από την «απροθυμία τους να διδαχθούν από την επιστήμη», που έγινε πιο ισχυρή εξαιτίας τής αυξανόμενης τεχνικοποίησης και τής αντικειμενικής «δυσκολίας» τών επιστημονικών θεωριών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτές οι φιλοσοφίες ζωογονούνται από την άρνηση άλλων φιλοσοφιών που έχουν μετατρέψει τα αποτελέσματα τής επιστήμης σε μία αληθινή μεταφυσική, που έχουν υποστηρίξει τη σύμπτωση ανάμεσα σε ανάπτυξη τής επιστήμης και οριστική εξαφάνιση τής θρησκείας ή τού μύθου, που έχουν εγκωμιάσει την επιστήμη σαν θεματοφύλακα τών οριστικών απαντήσεων σε κάθε πιθανό ερώτημα, που έχουν υποκινήσει μεγάλες προσδοκίες γύρω από την επιστήμη, υποστηρίζοντας για παράδειγμα την πλήρη και αναγκαία σύμπτωση ανάμεσα σε επιστημονική ανάπτυξη και ηθική και πολιτική πρόοδο.
Αυτές τις θέσεις, που είχαν μία ευρύτατη απήχηση (ακόμη και μία αξιοσημείωτη χειραφετησιακή λειτουργία στη διάρκεια τού 19ου αιώνα), τις επεξεργάστηκαν περισσότερο φιλόσοφοι παρά επιστήμονες (ο μεγαλύτερος από τους πολλούς επιστήμονες-φιλοσόφους του 19ου αιώνος, ο Έρνστ Μαχ, δεν τις συμμερίστηκε διόλου). Συμβαίνει συχνά οι φιλόσοφοι να εξετάζουν όχι την πραγματική επιστήμη τών επιστημόνων αλλά την «επιστήμη τών φιλοσόφων», δηλαδή την εικόνα τής επιστήμης που άλλοι φιλόσοφοι έχουν κατασκευάσει.
Ένα μεγάλο μέρος τής συζήτησης τών επιστημολόγων ταυτίζει αυτό που υποτίθεται ότι έγινε στην επιστήμη με αυτό που πράγματι έγινε στο εσωτερικό τής ποικιλόμορφης κοινότητας τών φιλοσόφων τής επιστήμης... Αλλά οι εικόνες τής επιστήμης, ακόμη και αν δεν κατασκευάζονται από επιστήμονες, ασκούν μία καθοριστική πίεση πάνω στην εργασία τών επιστημόνων, πάνω στην ανάπτυξη τής επιστήμης και στους επιστημονικούς θεσμούς...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου